Ο Καποδίστριας και οι αχρείαστες εκλογές
Είχα διαβάσει και ακούσει πολλά, όχι ιδιαίτερα διθυραμβικά, και ήθελα να δω με τα μάτια μου τι είναι αυτό που κάνει την ταινία αμφιλεγόμενη - Γράφει ο ιστορικός και συγγραφέας Θ. Πελεκανίδης
Λέξεις: Θοδωρής Πελεκανίδης
Είδα τον Καποδίστρια από επαγγελματικό μαζοχισμό κυρίως. Είχα διαβάσει και ακούσει πολλά, όχι ιδιαίτερα διθυραμβικά, και ήθελα να δω με τα μάτια μου τι είναι αυτό που κάνει την ταινία αμφιλεγόμενη. Φυσικά είχα πάρει ως δεδομένο ότι το έργο θα υιοθετεί το εθνικό αφήγημα, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι κριτήριο.
Αρχίζοντας από αυτά που λογικά μας τράβηξαν στις αίθουσες, η ηθοποιία του Αντώνη Μυριαγκού είναι αξιοπρεπέστατη και γενικότερα το καστ είναι δυνατό. Η παραγωγή φάνηκε να έχει δώσει μεγάλη σημασία στο άμεσο αισθητικό αποτέλεσμα και παρά τις όποιες τεχνικές ατέλειες (που υπάρχουν πολύ πιο ειδικοί για να τις αναλύσουν) η ταινία βλεπόταν πολύ ευχάριστα.
Η δομή της ταινίας ήταν επίσης έξυπνη και συγκροτημένη, χωρισμένη ουσιαστικά σε δύο μέρη: εξωτερικό και Ελλάδα. Ξεκινάει από τις πρώτες μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες του Καποδίστρια και παρουσιάζει τους εχθρούς και τους φίλους του. Η ερωτική ιστορία με τη Ρωξάντρα είναι ιστορικά τεκμηριωμένη και παίρνει τον χώρο και τον χρόνο που της αξίζει μέσα στην αφήγηση, αποτελώντας με έναν τρόπο και τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο μερών. Στο δεύτερο μέρος, ο Καποδίστριας αναλαμβάνει πλέον το αξίωμα του κυβερνήτη, και βλέπουμε τις σημαντικές πολιτικές εξελίξεις της περιόδου μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή.
Κι από δω ξεκινούν τα «αλλά». Αρχικά, μπορώ να καταλάβω κριτικές που κάνουν λόγο για εθνικιστικές υπερβολές, για ηρωοποίηση ή και αγιοποίηση του Καποδίστρια, για υπονόμευση άλλων χαρακτήρων προκειμένου να εξυψωθεί ο πρωταγωνιστικός, για περιττή χρήση της Παναγίας και του θείου, και για αδικαιολόγητους αναχρονισμούς (βλέπε αναφορά στον Μινωικό πολιτισμό!). Καταλαβαίνω, αν και δεν θα υιοθετήσω. Εφόσον για την ζωή του Καποδίστρια όντως δεν ξέρουμε και τόσα πολλά πράγματα, είναι απολύτως εύλογη και έως ένα σημείο θεμιτή αφηγηματική επιλογή να γεμίσει κανείς τα κενά με όποιον τρόπο επιθυμεί. Αν αυτό φαίνεται εθνικιστικό ή υπερχριστιανικό σε κάποιους, αυτό είναι ιδεολογική αντιπαράθεση, όχι κριτική τέχνης.
Υπάρχει όμως κάτι που όντως αποτελεί πρόβλημα για το ίδιο το καλλιτεχνικό είδος που η ταινία υπηρετεί, δηλαδή το ιστορικό δράμα. Σε κάποιο σημείο προς το τέλος της ταινίας, γίνεται αναφορά σε εκλογές. Δύο φορές. Και ακούγεται ότι ο Καποδίστριας τις κέρδισε κιόλας! Εδώ δεν πρόκειται για αφηγηματική επιλογή, αλλά για κραυγαλέα ιστορική ανακρίβεια. Για να μην παρεξηγηθώ, μπορεί κανείς να λέει όσες ανακρίβειες θέλει εφόσον το θέτει μέσα σε ένα ξεκάθαρο πλαίσιο μυθοπλασίας. Όμως κάθε έργο τέχνης χαρακτηρίζεται από μια εσωτερική λογική. Και στον Καποδίστρια η λογική αυτή είναι η εξής: “εγώ για 2 ώρες θα σας δείχνω την ζωή ενός ανθρώπου βασισμένη σε πράγματα που όντως έγιναν, αλλά θα τα δείξω ωραιοποιημένα.” Και ξαφνικά, εντελώς εκτός κλίματος, σερβίρεται στον θεατή ένα ψέμα, το οποίο όταν θα βγει από την αίθουσα θα το έχει καταχωρήσει ως πιθανή αλήθεια. Και ιστορικά δράματα βλέπουμε και για να μάθουμε, σίγουρα όχι για να ξεχάσουμε αυτά που ξέραμε.
Γιατί λοιπόν επέλεξαν να αφήσουν αυτή την ανακρίβεια; Είναι σαφές ότι η ταινία θέλει να μας πείσει ότι ο Καποδίστριας ήταν δημοκράτης. Πολύ δημοκράτης. Και πιθανότατα, ιδεολογικά και θεωρητικά, ο Καποδίστριας να ήταν συγκριτικά δημοκρατικότερος από άλλους της γενιάς του. Όμως στην πράξη τα πράγματα ήρθαν αλλιώς. Η δημοκρατική Γαλλική επανάσταση είχε μόλις κατατροπωθεί την περίοδο για την οποία μιλάμε. Ολόκληρη η Ευρώπη μετά το 1815 απολυταρχικοποιήθηκε. Και ο Καποδίστριας όχι απλώς ήταν μέρος αυτού του εξ’ ορισμού μη δημοκρατικού συστήματος, αλλά είχε και βαριά υπουργική θέση σε ένα από τα πιο αντιδημοκρατικά καθεστώτα της σύγχρονης ιστορίας, την τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία. Είναι λοιπόν αρκετά λογικό και ανθρώπινο η πολιτική του πράξη να μην συμβάδιζε απαραίτητα με την όποια ρομαντική του θεωρία. Για αυτό και όταν ήρθε στην Ελλάδα ολίγον τι κατέλυσε το δημοκρατικό οικοδόμημα που είχε προχείρως χτιστεί με τις τέσσερις εθνοσυνελεύσεις και επέβαλε μια αρχή ενός ανδρός, του ίδιου. Αυτό μπορεί να το έκανε από προσωπικά κίνητρα ή και επειδή αναγνώριζε ότι ήταν η μόνη βιώσιμη πολιτική διέξοδος μέσα στο συγκεκριμένο πολιτικό περιβάλλον. Δεν το κρίνω ως καλό ή κακό, είναι όμως μια ιστορική πραγματικότητα που αξίζει έναν σεβασμό.
Έλα όμως που αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν ταιριάζει καλά με το εθνικό ιστορικό αφήγημα που ανέφερα στην αρχή. Αυτό το ιστορικό αφήγημα έχει μια τάση να μην αγαπάει το έθνος και τους αντιπροσώπους του για αυτό που είναι, με τα λάθη και τις αδυναμίες τους, αλλά για κάτι πλαστό, μια φαντασιακή εικόνα που κι αν δεν είναι έτσι στα αλήθεια, θα πρέπει να την δημιουργήσουμε. Και εδώ η ταινία πέφτει στην παγίδα που η ίδια έχει βάλει. Καταφέρνει να πείσει τους θεατές ότι η ωραιοποιημένη εικόνα του Καποδίστρια συνάδει με την ιστορική αλήθεια, αλλά επειδή φοβάται ότι η υπερβολή της θα αποκαλυφθεί, αποφασίζει να καταφύγει σε ένα ψέμα, υπονομεύοντας αχρείαστα ό,τι έχει χτίσει μέχρι εκείνη την στιγμή.
Για να το πω αλλιώς, ο κ. Σμαραγδής έχει κάνει άψογη δουλειά στο να μας δείξει ότι ο Καποδίστριας ήταν ο σούπερσταρ της εποχής του. Μεγάλο λαβ στόρι είχε, κόντρα με τον μεγαλύτερο πολιτικό της εποχής είχε, έσωσε την Ελβετία, την Γαλλία, την Ρωσία, κι αν είχαμε καμιά ώρα ακόμα θα είχε σώσει και την Γροιλανδία. Δεν υπήρχε λόγος να πει κάτι για εκλογές, μας είχε ήδη πείσει! Εισάγοντας ένα εντελώς περιττό και αταίριαστο με την υπόλοιπη ταινία ψέμα, υποτιμά το ίδιο του το έργο, σαν να λέει “δεν είμαι αρκετά καλός για να υποστηρίξω την ιδέα μου, οπότε θα καταφύγω σε αθέμιτα μέσα”.
Θα κλείσω με ένα σχόλιο: οι εκλογές για την ταινία του κ. Σμαραγδή είναι ό,τι και η Παναγία της ταινίας για τον Καποδίστρια. Είναι η ανώτερη δύναμη που χρειάζεται για να πετύχει. Αυτό που δεν ξέρει όμως είναι ότι, όπως ο Καποδίστριας ήταν μεγάλος πολιτικός ανεξάρτητα από την θεϊκή υποστήριξη, έτσι και αυτός θα τα κατάφερνε μια χαρά και χωρίς τις εκλογές.
*Ο Θοδωρής Πελεκανίδης είναι Ιστορικός και Συγγραφέας




