Η εποχή που οι 60άρηδες έζησαν και οι 30άρηδες ζηλεύουν – Εικόνες και αναμνήσεις από τη Θεσσαλονίκη των 80s
Κάθε φωτογραφία και μια μικρή ιστορία. Η Θεσσαλονίκη των ’80s μέσα από πρόσωπα, τόπους και στιγμές που έμειναν στη συλλογική μνήμη της πόλης
Υπήρξε μια εποχή που η Θεσσαλονίκη είχε διαφορετικό ρυθμό. Οι δρόμοι της γέμιζαν από φωνές, τα περίπτερα από περιοδικά, τα ραδιόφωνα από τραγούδια που έμεναν στο μυαλό, οι βιτρίνες από χρώματα και οι νύχτες από φώτα νέον.
Η δεκαετία του ’80 βρήκε την πόλη σε μια περίοδο αλλαγών, ανάμεσα στην αισιοδοξία της μεταπολίτευσης, την ανάγκη για διασκέδαση και την αίσθηση ότι όλα μπορούσαν να συμβούν.
Η Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής δεν ήταν μόνο τα γνωστά της σημεία. Ήταν οι μικρές καθημερινές διαδρομές, τα ραντεβού που δίνονταν «στο γνωστό μέρος», οι βόλτες χωρίς κινητά και χωρίς άγχος επιστροφής, οι παρέες που δημιουργούνταν στις γωνίες των δρόμων και στα τραπέζια των καφέ.
Ήταν μια πόλη που ανακάλυπτε συνεχώς νέους τρόπους να συναντιέται και να διασκεδάζει.
Στα ’80s η έξοδος ήταν τελετουργία. Δεν ήταν απλώς μια βραδινή συνήθεια· ήταν ο τρόπος να δηλώσεις παρουσία. Οι Θεσσαλονικείς ντύνονταν, ετοιμάζονταν, έδιναν σημασία στην εμφάνιση. Το λαμέ, η λακ στα μαλλιά, τα έντονα χρώματα και οι υπερβολές της εποχής έμπαιναν στις πίστες και στους δρόμους.
Οι ντισκοτέκ της πόλης έγιναν μικροί ναοί μιας ολόκληρης γενιάς. Εκεί συναντήθηκαν οι ήχοι των Boney M., των Luv’, της disco και της pop κουλτούρας με τις ανησυχίες και τα όνειρα των νέων της εποχής. Οι πίστες φωτίζονταν, οι καθρέφτες αντανακλούσαν τα φώτα και για λίγες ώρες η πόλη ξεχνούσε την καθημερινότητά της.
Ήταν η εποχή που μια βραδινή έξοδος μπορούσε να γίνει ιστορία που θα διηγούσουν για χρόνια.
Οι γειτονιές, τα στέκια και οι συνήθειες που χάθηκαν
Η Θεσσαλονίκη των ’80s είχε έναν διαφορετικό χάρτη. Πολλά από τα σημεία που σήμερα μοιάζουν αγνώριστα τότε αποτελούσαν κομμάτια της καθημερινότητας.

Δρόμοι, μαγαζιά, κινηματογράφοι, καφέ και στέκια λειτουργούσαν σαν σημεία συνάντησης μιας πόλης που γνώριζε ο ένας τον άλλον.

Η πληροφορία ταξίδευε από στόμα σε στόμα. Το καινούργιο μαγαζί το μάθαινες από φίλους, όχι από μια οθόνη. Το ραντεβού ήταν συγκεκριμένο και η ώρα περίπου.

Οι παρέες περιφέρονταν στο κέντρο, στην παραλία, στις πλατείες, αναζητώντας πάντα ένα νέο μέρος για να σταθούν.

Η πόλη είχε περισσότερο χρόνο. Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει σήμερα, όταν κοιτάμε πίσω.
Η εικόνα μιας πόλης που άλλαζε
Οι εικόνες της δεκαετίας αποκαλύπτουν μια Θεσσαλονίκη γεμάτη αντιθέσεις. Από τη μία οι παλιές γειτονιές και οι γνώριμες συνήθειες, από την άλλη η ανάγκη για ανανέωση.

Νέες μουσικές, νέα πρότυπα, νέες μόδες έφταναν στην πόλη και έβρισκαν ένα κοινό έτοιμο να τα αγκαλιάσει.

Τα καταστήματα, οι βιτρίνες, τα περιοδικά, οι αφίσες στους δρόμους και τα αυτοκίνητα στους κεντρικούς δρόμους συνέθεταν μια εικόνα που σήμερα μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική.

Η Θεσσαλονίκη δεν είχε ακόμη τη σημερινή της μορφή.

Δεν είχε την ίδια πυκνότητα, ούτε τους ίδιους ρυθμούς. Είχε όμως κάτι που δύσκολα αποτυπώνεται σε φωτογραφίες: μια αίσθηση οικειότητας.

Το καλοκαίρι είχε πάντα ξεχωριστή θέση στη ζωή της πόλης. Οι διαδρομές προς τη θάλασσα, οι παραλίες, οι βόλτες και οι αποδράσεις αποτελούσαν μέρος της θεσσαλονικιώτικης εμπειρίας.

Το καλοκαίρι είχε τις δικές του διαδρομές.
Παραλία Θεσσαλονίκης, Περαία, Νέοι Επιβάτες, Αγία Τριάδα, Καλαμαριά, Αρετσού.

Η έξοδος προς τη θάλασσα ήταν μέρος της ζωής των Θεσσαλονικέων. Μπάνιο, καφές, μουσική, βόλτα μέχρι αργά.
Μια δεκαετία που έμεινε σαν ζωντανή ανάμνηση
Η Θεσσαλονίκη των ’80s δεν ήταν μια τέλεια πόλη. Είχε τις δυσκολίες της, τις αντιθέσεις της και τα προβλήματά της. Όμως είχε έναν τρόπο να δημιουργεί αναμνήσεις.

Ίσως γιατί οι άνθρωποι τότε συναντιούνταν περισσότερο πρόσωπο με πρόσωπο. Γιατί οι βόλτες δεν είχαν συγκεκριμένο προορισμό. Γιατί η μουσική ακουγόταν από παντού.

Γιατί ένα βράδυ, μια παρέα, ένα τραγούδι ή ένα τυχαίο ραντεβού μπορούσαν να γίνουν κομμάτι μιας ολόκληρης ζωής.

Η Θεσσαλονίκη των ’80s ζει ακόμη στις αφηγήσεις όσων την περπάτησαν. Στις φωτογραφίες, στα τραγούδια, στα ονόματα των μαγαζιών που επιστρέφουν στη συζήτηση και κυρίως στη μνήμη μιας πόλης που για μια δεκαετία έμοιαζε να χορεύει στον δικό της ρυθμό.

Η πόλη ως σκηνικό
Πλατεία Αριστοτέλους: η μεγάλη βιτρίνα της πόλης, σημείο βόλτας, συνάντησης και παρατήρησης. Από εκεί ξεκινούσαν πολλές διαδρομές προς το κέντρο.

Λεωφόρος Νίκης και παραλία: ο κλασικός περίπατος δίπλα στον Θερμαϊκό, με τα παγκάκια, τα παγωτά, τις παρέες και τα ραντεβού.


Τσιμισκή: ο εμπορικός παλμός της πόλης, με βιτρίνες, δισκάδικα, καταστήματα μόδας και συνεχή κίνηση.

Καμάρα – Ναυαρίνου – Ροτόντα: η περιοχή της νεολαίας, των φοιτητών, των μικρών στεκιών και των ατελείωτων συζητήσεων.
Λαδάδικα: πριν από τη μεταμόρφωσή τους σε σημερινό χώρο διασκέδασης, ένας διαφορετικός κόσμος με αποθήκες, παλιά μαγαζιά και εμπορική ζωή.
Βαλαωρίτου και γύρω δρόμοι: μια περιοχή που σταδιακά άρχισε να αποκτά τον δικό της χαρακτήρα.

Οι διαφημίσεις στην πλατεία Δημοκρατίας.

Οι νύχτες της πόλης: Ντισκοτέκ, μουσική και λάμψη
Τα ’80s ήταν η εποχή που η νυχτερινή έξοδος είχε σκηνικό. Η μουσική, τα φώτα, η εμφάνιση και η παρέα ήταν όλα μέρος της εμπειρίας.
Lido, Αυτοκίνηση, Alcatraz, Amor, Μύλος (ως χώρος που συνδέθηκε αργότερα έντονα με τη μουσική και τον πολιτισμό).

Μπαράκια και κλαμπ στο κέντρο που φιλοξένησαν τη νέα pop κουλτούρα της δεκαετίας.

Η disco, η pop και η ξένη μουσική έδιναν τον τόνο. Οι ήχοι των Boney M., ABBA, Boney M., Duran Duran, Madonna, Michael Jackson περνούσαν από τα ηχεία και γίνονταν soundtrack μιας γενιάς.
Οι φοιτητές ζούσαν στον παροξυσµό της έντονης πολιτικής δράσης και σύχναζαν σε ταβέρνες στα Κάστρα, όπως στη ∆όµνα ή σε «ρεµπετάδικα», όπως το Χάραµα στην περιοχή Παπάφη ή µπουάτ, όπως το Αχίλλειον στην οδό Αγίου ∆ηµητρίου ή τα ∆έκα Βήµατα στην Άµµο στη Φλέµινγκ…

Τα ρεµπέτικα, η µουσική του Μίκη Θεοδωράκη και του ∆ιονύση Σαββόπουλου, αλλά και τα τραγούδια του αγώνα, τα αντάρτικα ήταν ψηλά στις προτιµήσεις του φοιτητικού κοινού.
Κάποιες οµάδες πιο ψαγµένων νέων σύχναζαν στις πρώτες pub που είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να κάνουν την εµφάνισή τους. Η πιο σηµαντική ήταν η pub Fox στη Μητροπολίτου Ιωσήφ, η Ανατολή στην Αµπελλού, του Γιώργου Ζήκα, (όπου σύχναζαν και µερικά από τα «Κουρέλια Τραγουδούν Ακόµη», όπως ο Κωνσταντίνος Τζούµας, ο Άλκης Παναγιωτίδης, η Ρίτα Μπενσουσάν), ο all time classic ∆ον Κιχώτης, το Santé του Γιώργου Καράογλου (Κίκης), το Lucky Look (όπου δούλευε ένας ταλαντούχος νέος που έµελε να σηµαδέψει την κοινωνική ζωή της πόλης, ο Νίκος Στεφανίδης), ενώ στο club Lara στην Πλατεία Αριστοτέλους, γκρουπάκια πειραµατίζονται στη ροκ µουσική (A Priori, Άσπρη Σφίγγα κ.λ.π.).

Από την άλλη µεριά, µια άλλη νεολαία διασκεδάζει στη disco Lavalbone, κάτω από το Ολύµπιον στην Πλατεία Αριστοτέλους, όπου ο αξέχαστος Βασίλης Παπαδόπουλος φιλοδοξεί να αναβιώσει την µετά τους σεισµούς «θανούσα» Pierro της Λασσάνη. Παράλληλα κάποιες σταθερές αξίες, όπως η discotheque Regine, στη Μ. Ιωσήφ, και το δίδυµο των Figaro και Griffyth’s στην Π.Π.Γερµανού ακολουθούν τους αισθητικούς κανόνες της εποχής. Οι teenagers αλλά και οι εικοσάρηδες πηγαίνουν πάντοτε καλοντυµένοι, φορώντας συνήθως κουστούµια τα αγόρια και exclusive φορέµατα τα κορίτσια.

Το Φεβρουάριο του 1980, οι µαθητές αρχίζουν να µαζεύονται στην αναγεννηθείσα Pierro, στον υπόγειο χώρο πάνω από τον κινηµατογράφο Ιφιγένεια στην Πλατεία Αριστοτέλους, και δηµιουργούν ένα πρωτόγνωρο πιτσιρικαδίστικο στέκι, µια και παρόµοιο στο παρελθόν δεν είχε ποτέ υπάρξει! Παράλληλα τα µεσηµέρια και τα βράδια ο κόσµος συχνάζει στο Μικρό Καφέ στη Βογατσικού, το οποίο έχει εγγράψει δύο χρόνια επιτυχίας στο κοντέρ του. Την επόµενη χρονιά, η πρώτη κολοσσιαίων διαστάσεων discotheque γίνεται πραγµατικότητα στη Μ. Μπότσαρη και ακούει στο όνοµα Palladium. Ο χώρος θ’ αλλάξει πολλά ονόµατα σ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, αλλά θα αποτελέσει βασικό σηµείο αναφοράς και θα εκφράσει το σύνολο των αλλαγών που θα επιτελεσθούν στο χρονικό αυτό διάστηµα. Λίγο πιο κάτω ο παλιός κινηµατογράφος Κρόνος µετατρέπεται στην οµώνυµη discotheque, αλλά η ανατροπή του υπάρχοντος σκηνικού θα έρθει στο τέλος του 1981, όταν ο αείµνηστος Μπάµπης Ζουµπούλης (µάλλον ο πιο ταλαντούχος δηµιουργός club στη ζωή της πόλης) δηµιουργεί στη Μαυροκορδάτου το club Basement. Την εποχή εκείνη τα κέντρα κλείνουν υποχρεωτικά πριν τις δύο τη νύχτα και το Basement καταφέρνει κατά παράβαση των νόµων να παραµένει µέχρι το πρωί ανοιχτό µε happenings και events, που έρχονται από το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη.
Μια ολόκληρη γενιά Θεσσαλονικέων θα «γαλουχηθεί» εκεί. Λίγο νωρίτερα ο εξίσου ταλαντούχος Γιάννης ∆αβίδ (που στη συνέχεια θα διαπρέψει µε τα Tango και Ειρηνικό στην Αθήνα) δηµιουργεί στη Μ. Ιωσήφ (στην παλιά Regine) το Tango, ενώ λίγο αργότερα ο Λάκης Ραπτάκης δηµιουργεί την disco 51 στην Προξένου Κοροµηλά. Ο χάρτης είναι σαφής: Lavalbone, Palladium, disco 51, Tango και Basement, διαµορφώνουν ένα πρώτο κύµα νυχτερινής διασκέδασης, ενώ τα δύο τελευταία ανατρέπουν τους κώδικες, εισάγοντας µια περισσότερο αιρετική διακόσµηση και αποµακρύνουν την πίστα, τα φωτορυθµικά και τα περιµετρικά καθίσµατα, βάζοντας περισσότερο ροκ µουσική, χαλαρώνουν τον κόσµο, ο οποίος δεν κουστουµάρεται πια για να βγει έξω και ντυµένος πιο casual µε µπλουτζίν, φούστες και µπουφάν πηγαίνει και διασκεδάζει πίνοντας όρθιος το ποτό του.

Στην disco 51, οι δύο κουνιάδοι του Λάκη Ραπτική, Χρήστος και Λίνος ∆άπης, teenagers ακόµη, παίζουν µουσική και παίρνουν το βάπτισµα του πυρός στην επιχειρηµατική νυχτερινή ζωή. Ένα βράδυ της Αποκριάς του ’82, µια οµάδα νεαρών µασκαρεµένων που συχνάζει στην Προξένου Κοροµηλά (και µαζί τους µάλλον και κάποιοι αναρχικοί) κάνουν θερινό το Tango. Έτσι το Basement µένει µόνο του να αποτελέσει το πιο σηµαντικό στέκι στη νύχτα, µέχρι το καλοκαίρι του 1983, οπότε σφραγίζεται δια παντός από την αστυνοµία, έχοντας αποτελέσει τον προποµπό µιας νέας εποχής που ήδη έχει αρχίσει να επιβάλλεται.
Την εποχή που κλείνει το Basement φεύγει από τη ζωή ένας σπουδαίος θαµώνας του club, ο σχεδιαστής µόδας Σέρο Αµπραχαµιάν, µε µια ραγδαιότατη επιδείνωση της υγείας του, την οποία κανείς δεν µπορεί να ερµηνεύσει. ∆ύο χρόνια µετά, όταν θα γίνει η πρώτη κουβέντα για µια καινούρια ασθένεια που λέγεται Aids, όλοι θα καταλάβουν και θα είναι πια σίγουροι ότι η νέα εποχή εισέβαλλε από εκεί. Την περίοδο αυτή, τα µεσηµέρια ο κόσµος µετακινείται µια στο Μικρό Καφέ και µια στο Tequila των Γιάννη και Άρη ∆αυίδ στην Καρόλου Ντηλ. Παράλληλα ένα νεωτεριστικό bar – restaurant που βρίσκεται σε όροφο δηµιουργείται στο τέλος της Μητροπόλεως, προσελκύει τους Αθηναίους, ο Μανδραγόρας, ενώ λίγο πιο κάτω στην οδό Τσιρογιάννη, υπάρχει µια σπουδαία πιάτσα µε µπαράκια, όπου εκτός από το Ντορέ (το οποίο ζει ηµέρες δόξας κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Κινηµατογράφου), λειτουργεί το Flou που δηµιούργησε ο Γιώργος Ζήκας και παραχώρησε στο Φλόκα και τον Καρδαχάκη, ο Λωτός που λειτουργούν ο Αίµων και ο Αίγισθος, ενώ λίγο πιο κάτω λειτουργεί το Defacto που µαζεύει τον κόσµο από το Κρατικό Θέατρο.
Στο bar εργάζεται ως σερβιτόρος ο Νίκος Σεργιανόπουλος, ενώ λίγο πιο κάτω στο Santé σερβίρει η Θέµις Μπαζάκα. Η disco φεύγει και το Palladium µε τον Μπάµπη Ζουµπούλη, τον Πέτρο Μουρατίδη και τον Σάκη Μπέρδο µετατρέπεται το Σεπτέµβριο του 1983 σε Convoy και την επόµενη χρονιά σε Container και επί διετία κυριαρχεί σε όλο το φάσµα της διασκέδασης.
Το αντίπαλο δέος θα εµφανιστεί την άνοιξη του 1984, στην οδό Ανθέων, από µια οµάδα πρώην συνεργατών των αδελφών Ζαµπούλη (Θάνος Παππάς, Κώστας Βουλγαρίδης, Σπύρος Παγώνης κ.ά.), µε το όνοµα Housemobil. Το διακοσµεί ένα ταλαντούχο ζευγάρι αρχιτεκτόνων, ο Άκης Ταλιαδώρος και η Ράνια Σταµατάκη. Το φθινόπωρο του 1984, ένας σπουδαίος bon – viveur, ο ∆ηµήτρης Νούλης, σε συνεργασία µε τους αδελφούς Κώστα και ∆ηµήτρη Αθυρίδη δηµιουργούν το πιο σηµαντικό bar των eighties το Belair, το οποίο ήταν και παραµένει ακόµη και σήµερα σηµαντικό σηµείο αναφοράς στη νυχτερινή διασκέδαση.
Τα µέσα της δεκαετίας βρίσκουν την πόλη να ακούει Dire Straights και “Money for nothing” λίγο πριν ανατείλει το 1986, δίπλα στο εστιατόριο Tiffany’s (εκεί που κάποτε, στη δεκαετία του 70, στεγαζόταν η οµώνυµη ντίσκο), ο Μπάµπης Ζουµπούλης φεύγοντας από το Container αναβιώνει το Basement των early eighties. Ένα τεράστιο ρεύµα θαµώνων µετακινείται από Belair προς το Basement (µια και το δεύτερο λειτουργεί σαν after του πρώτου), ενώ τα Housemobil και Lavalbone αποτελούν τις εναλλακτικές λύσεις σε πιο new wave στυλ το πρώτο και πιο κυριλέ το δεύτερο.
Το Basement, όµως, ζει µόνο για µερικούς µήνες, ως τα µέσα του ’86. Στην Ανατολική Θεσσαλονίκη αναβιώνουν οι εποχές των µεγάλων ντίσκο στην αχανή L’ Apogee, ενώ στην παλαιά παραλία οι αδελφοί Λίνος και Χρήστος ∆άπης πραγµατοποιούν την πρώτη επιχειρηµατική τους κίνηση δηµιουργώντας σ΄έναν όροφο το Εν Πλω, που γρήγορα γίνεται σηµείο συναντήσεων. Εκτός κέντρου, στη Βασιλίσσης Όλγας, οι αδελφοί Χρήστος και Φώτης Παπαγιάγκου δηµιουργούν ένα όµορφο µπαράκι, το Ipanema. Μετά το καλοκαίρι η πόλη συνταράσσεται από τις δονήσεις ενός πρωτόγνωρου φαινοµένου.
Η 2η Biennale πραγµατοποιείται στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ενώ ένα τεράστιο ακαθόριστο νεανικό δυναµικό ξεχύνεται στους δρόµους της πόλης. Την ίδια εποχή στην περιοχή της Αγίας Τριάδας ο Νίκος Στεφανίδης δηµιουργεί το Παραρλάµα. Εκεί γκρουπάκια της πόλης παίζουν blues – jazz κ.λ.π. και ένα άλλο κοινό εµπλουτίζει τις παραστάσεις του, οι οποίες ταυτίζονται απολύτως µε το κύµα της νέας εποχής που γεννά η Biennale. Στο τέλος της ίδιας χρονιάς µια παρέα φίλων µε πρωτεργάτη το ∆ηµήτρη Φίστα διαπιστώνει το κενό στη διασκέδαση στο κοµµάτι της ελληνικής µουσικής.
Το 1987 βρίσκει την πόλη να ακούει από το στόµα του Παύλου Τερκενλή ελληνικά τραγούδια στη µπουάτ που δηµιουργείται. Το όνοµα αυτής Ακρόαµα και µέλλει να σφραγίσει όλη την προσεχή δεκαετία µε τους ήχους που συνδυάζονται µε την επική πορεία της οµάδας µπάσκετ του ΑΡΗ.
Η επιτυχηµένη πορεία του Bel air κεντρίζει τον αξέχαστο Ηλία Αντωνιάδη, που µαζί µε τον αδελφό του Χάρη ανακαινίζουν το γειτονικό Αχίλλειον δηµιουργώντας τη βάση της νυχτερινής διασκέδασης στην αρχή της Βογατσικού. Από την άλλη µεριά, ο Μπάµπης Ζουµπούλης σε συνεργασία µε την οµάδα του Housemobil, συνενώνουν τις δυνάµεις τους στο νεοκλασικό της Ανθέων και δηµιουργούν το Basemobil. Έτσι τα δροµολόγια διαµορφώνονται µέχρι το τέλος των eighties κάπως έτσι: Αχίλλειον – Ακρόαµα, Belair – Basemobil.

Κάπως έτσι σιγά σιγά η δεκαετία βαδίζει προς τη δύση της. Τη σφραγίδα πια τη βάζουν οι αδελφοί ∆άπη µε τη δηµιουργία του Bandiera, στο νεοκλασικό της Βασιλέως Γεωργίου κα το Yuri’s στο νεοκλασικό της Παύλου Μελά. Το ελληνικό ρεπερτόριο κερδίζει έδαφος µε τη δηµιουργία του Chorus Live από το Σταύρο Μαρτινίδη, όπου τραγουδά η Άλκηστις Πρωτοψάλτη µε µεγάλο σουξέ.
Κι έτσι φεύγει το ’89 και µαζί του σβήνει µια δεκαετία όπου οι µουσικές των Simple Minds, των Dire Straights, των Cure και του Bruce Springsteen παραχωρούν τη θέση τους σ΄αυτές του Βασίλη Καρρά, του Πασχάλη Τερζή και του Ζαφείρη Μελά, ενώ στο βάθος σκάνε µύτη ο Αντώνης Ρέµος, η Νατάσα Θεοδωρίδου, ο ∆ηµήτρης Χρυσοχοϊδης και άλλα καλά παιδιά.


Πριν από το streaming και τις ψηφιακές λίστες, η μουσική ήταν αντικείμενο.
Τα δισκάδικα της Τσιμισκή και του κέντρου ήταν σημεία αναζήτησης νέων ήχων.
Οι δίσκοι βινυλίου, οι κασέτες και οι αντιγραφές τραγουδιών ήταν μέρος της καθημερινότητας.
Τα μουσικά περιοδικά και οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί λειτουργούσαν ως οδηγοί για τις νέες τάσεις.

Το ραδιόφωνο ήταν παντού: στα σπίτια, στα αυτοκίνητα, στα καταστήματα.
Το σινεμά πάντα παρών
Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πόλη κινηματογράφου.
Υπήρχε ο υπόγειος κινηματογράφος Ρίο στην Εγνατία. Ένας από τους πολλούς του δρόμου. Απέναντι του υπήρχε και το Κλειώ. Λίγο πιο κάτω το Αλκαζάρ και στο Βαρδάρη το Ίλιον, το Λαϊκόν κλπ.

Tα θρυλικά Ηλύσια. Κινηματογράφος ένδοξος με ωραίους εξώστες που το εισιτήριο κόστιζε λιγότερο.

Η δημιουργία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και η παρουσία νέων καλλιτεχνικών ρευμάτων έδιναν στην πόλη έναν διαφορετικό πολιτιστικό αέρα.

Η Θεσσαλονίκη των ’80s δεν υπάρχει πια με την ίδια μορφή. Τα μαγαζιά άλλαξαν, οι δρόμοι μεταμορφώθηκαν, οι συνήθειες πέρασαν σε άλλες εποχές.
Όμως κάποια πράγματα μένουν αναλλοίωτα.
Ένα τραγούδι που ακούγεται ξανά μετά από χρόνια, μια παλιά φωτογραφία, μια γνώριμη γωνιά της πόλης που ξυπνά μια ολόκληρη ιστορία.
Ίσως τελικά η αξία εκείνης της δεκαετίας να μην βρίσκεται μόνο στα πρόσωπα, στα στέκια ή στις μόδες της. Βρίσκεται στον τρόπο που οι άνθρωποι μοιράζονταν τον χρόνο τους. Στις βόλτες χωρίς προορισμό, στις συναντήσεις που δεν χρειάζονταν προγραμματισμό, στις παρέες που γεννιούνταν στους δρόμους και κρατούσαν χρόνια.
Οι φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης των ’80s δεν καταγράφουν απλώς μια πόλη που άλλαξε. Καταγράφουν έναν τρόπο ζωής.
Και ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, εκείνη η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να επιστρέφει στις εικόνες, στις αφηγήσεις και στη μνήμη όσων την περπάτησαν.










