Ο Χρόνης Μίσσιος ως μελλοθάνατος στο Γεντί Κουλέ
Ο γνωστός συγγραφέας βίωσε όλη την αγριότητα του κράτους των νικητών του Εμφυλίου.
Ένας από τους μελλοθάνατους του Γεντί Κουλέ που στωϊκά περίμενε επί δύο και πλέον χρόνια την εκτέλεσή του, την οποία ευτυχώς απέφυγε στο τέλος, ήταν και ο μετέπειτα γνωστός συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος ο οποίος έζησε φυλακισμένος στο Επταπύργιο την περίοδο 1948-1953 και βίωσε όλη την αγριότητα του κράτους των νικητών του Εμφυλίου.
O Μίσσιος είχε κατηγορηθεί ως μέλος των “Λαϊκών Εκδικητών”, μιας οργάνωσης που παρουσιάστηκε από τις αρχές ασφαλείας ως παραπλήσια αυτών της ΟΠΛΑ και της “Αυτοάμυνας” και με αντικείμενο τη διενέργεια σαμποτάζ σε καίρια σημεία της Θεσσαλονίκης. Σκοπός τους να δικαιολογήσουν τα εντεινόμενα μέτρα καταπίεσης κατά των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, με τις διώξεις, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις και τις εκτελέσεις.
Από τους 23 που δικάστηκαν για την υπόθεση αυτή στο έκτακτο στρατοδικείο, στο διάστημα από 21 έως 28 Σεπτεμβρίου 1948, οι περισσότεροι φοιτητές, σπουδαστές και μαθητές, οι έντεκα καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών. Ο θεωρούμενος ως “αρχηγός” Γιαννάκης Δρουσιώτης, τετράκις σε θάνατο και η “υπαρχηγός” Σεβαστή Θεοφανίδου τρις σε θάνατο, ενώ επιβλήθηκε θανατική ποινή και στους Παναγιώτη Καραφουλίδη, Στράτο Λαμπρόπουλο, Γιώργο Λεμονίδη, Βασίλη Μάστορα, Νίκο Δοβλέτογλου, Ζαφείρη Ελευθερίου, Στέλιο Καραμάλη, Φάνη Τζιόλα, καθώς και στον μετέπειτα γνωστό συγγραφέα Χρόνη Μίσσιο.
Τελικά, κανείς δεν εκτελέστηκε από αυτούς τους θανατοποινίτες με απόφαση του υπουργού δικαιοσύνης. Είχε προηγηθεί ανοιχτό γράµµα του Δρουσιώτη προς τον ΟΗΕ αλλά και δυτικές κυβερνήσεις, το οποίο προκάλεσε αρκετό θόρυβο και μεγάλη αίσθηση για τις διώξεις, τους βασανισµούς και τις εκτελέσεις στη χώρα. Ο Δρουσιώτης ως Κύπριος είχε τότε βρετανική υπηκοότητα κάτι που βοήθησε ν΄ ακουστεί η φωνή του εκτός Ελλάδας αλλά και να αποτραπεί η εκτέλεση. Βοήθησε εννοείται, πάνω απ΄ όλα, και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Δρουσιώτης είχε αρνηθεί τα πάντα στην Ασφάλεια και δεν υπήρξε οµολογία.
Σχετικά με τον Χρόνη Μίσσιο πρέπει να πούμε ότι όπως ο ίδιος αποκάλυψε, λόγω της ανέχειας των καπνεργατών γονιών του είχε πάει μόνο μέχρι τη 2η τάξη του δημοτικού σχολείου, ενώ έμαθε να διαβάζει μόνος και με τη βοήθεια των συγκρατουμένων του την περίοδο που ήταν μελλοθάνατος στις φυλακές Επταπυργίου.
“Έμαθα να διαβάζω από εφημερίδες..”
Σύμφωνα με την εκμυστήρευση που είχε κάνει σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη το 1997 στον αείμνηστο Άρη Σκιαδόπουλο: “Εγώ για πρώτη φορά στη φυλακή ανάγνωσα γραπτό κείμενο. Ήταν ένα κομμένο κομμάτι χαρτί από εφημερίδα και εκεί κατάφερα να διαβάσω την πρώτη πρόταση. Ήταν μια εμπειρία για μένα καταπληκτική. Κατά ένα περίεργο τρόπο, την εποχή που είμασταν εμείς μελλοθάνατοι στο Γεντί Κουλέ και περιμέναμε κάθε μέρα να μας εκτελέσουν, ο ήλιος στεκόταν για λίγη ώρα σε ένα συγκεκριμένο σημείο και μέσα από τον εσωτερικό φεγγίτη μια φούχτα αχτίδες έσκαζαν πάνω στον τοίχο. Τα πράγματα που μας έστελναν τότε οι δικοί μας, ήταν τυλιγμένα σε εφημερίδες, περιοδικά κλπ. Εγώ μόλις έβλεπα τις αχτίδες, γονάτιζα στο πάτωμα, άπλωνα στον τοίχο όποιο χαρτί από αυτά έπεφτε στα χέρια μου και διάβαζα. Περιμέναμε το πρωί να μας εκτελέσουν κι’ όμως δεν δίναμε σημασία. Το όνειρο ήταν τόσο σημαντικό, ο ενθουσιασμός ότι δίνουμε τη ζωή μας (για κάτι ανώτερο) τόσο μεγάλος”.
Ποιος ήταν ο Χρόνης Μίσσιος
Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930 και σε νεαρή ηλικία εργάστηκε ως καπνεργάτης που ήταν το επάγγελμα των γονιών του. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά δούλεψε ως μικροπωλητής (με κασελάκι) στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό, σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του. Το 1944 σε ηλικία 14 ετών διετέλεσε σύνδεσμος του 16ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την περίοδο μετά την Απελευθέρωση, διέμενε στη Βέροια όπου ήταν σύνδεσμος για τους καταδιωκόμενους ΕΑΜίτες και εντάχθηκε ως στέλεχος στην ΕΠΟΝ. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο.
Φυλακίστηκε ως το 1953 και από το 1962 εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Βασανίστηκε πολλές φορές χωρίς να αποκηρύξει την ιδεολογία του, για αυτό τον περισσότερο χρόνο τον πέρασε στην απομόνωση των κρατητηρίων σε άθλιες συνθήκες κράτησης. Μετά την αποφυλάκιση του αναδείχτηκε σε στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος του παράνομου ΚΚΕ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Νεολαίας Λαμπράκη και ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη δικτατορία φυλακίστηκε (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού). Αυτή τη περίοδο της φυλάκισής του έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Αποφυλακίζεται τον Αύγουστο του 1973.
Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία σε μεγάλη ηλικία, εκδίδοντας το πρώτο του βιβλίο, το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», το 1985, ενώ ακολούθησαν τα έργα του «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε» (1988), «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991), «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)”.
Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012 σε ηλικία 82 ετών στην Αθήνα από καρκίνο.
Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου “Γεντί Κουλέ, η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS





