Πώς πηγαίνει κανείς στον Εύοσμο;
«Είναι κοντά στο κέντρο» - Γράφει ο Όμηρος Ταχμαζίδης
Λέξεις: Όμηρος Ταχμαζίδης
Η καταδικαστική απόφαση για μια περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος. Από την μία ή την άλλη πλευρά του. Στην προκειμένη περίπτωση και της ευρύτερης περιοχής όπου συγκλίνουν, λιγότερο ή περισσότερο, οι πληθυσμιακώς αυξανόμενοι δήμοι της λεγόμενης δυτικής Θεσσαλονίκης.
Πρέπει να αναστοχαζόμαστε, ή καλύτερα οφείλουμε να το έχουμε κατά νου, μια πόλη από την σκοπιά των αναγκών των κατοίκων της. Επίκαιρων και μελλοντικών. Τούτη είναι η πρώτη προϋπόθεση για το παρόν και το μέλλον της. Οι “ανάγκες”. Αντιφατικές και αυτές όπως αντιφατική και η κοινωνική σύνθεση μιας πόλης.
Στις ευκαιριακές και ασυστηματοποίητες δημόσιες συζητήσεις η αντιφατικότητα της κατάστασης συγκαλύπτεται από την γενικόλογη αναφορά “η πόλη”, ακόμη χειρότερα “η πόλη μας”, ή “η Θεσσαλονίκη μας”. Η “σκληρότητα” της πραγματικότητας και των σκληρών πολιτικών αποφάσεων οι οποίες απαιτούνται σε κάθε περίπτωση “σιροπιάζεται” κάθε φορά από έναν μυωπικό επαρχιωτισμό – κάθε μικρή επαρχιακή πόλη και κάθε χωριό έχει ένα και μοναδικό κέντρο – ο οποίος προσηλώνει την προσοχή του στο λεγόμενο “ιστορικό κέντρο της πόλης”. Και, ακόμη χειρότερα, στα πιο “κεντρικά” αυτού του “Κέντρου”.
Η μονοκεντρική Θεσσαλονίκη χρειάζεται άμεσα ένα νέο κέντρο για να λειτουργήσει επαρκώς. Μελλοντικώς και ένα τρίτο. Το “κουτουρού” πρέπει να τελειώσει εάν δεν θέλουμε να έχουμε την τύχη του Λεκανοπεδίου στην υποβαθμισμένη και μίζερη εκδοχή του. Το Λεκανοπέδιο, αυτό το δυσλειτουργικό αστικό συνονθύλευμα μονοκεντρικών ενοτήτων, καταπίνει οικονομικούς προϋπολογισμούς δεκαετιών χωρίς καμία ιδιαίτερη επίδοση σε κανέναν τομέα. Έναν αιώνα πριν, την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Γιώργος Θεοτοκάς έβλεπε την Αθήνα να επεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις στα “κουτουρού” και φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη των πραγμάτων.
Η ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα μπορεί να αποτυπωθεί στα χαρακτηριστικά του “κουτουρού”, τα οποία διαμόρφωσαν το Λεκανοπέδιο. Οι μόνοι σχεδιασμοί αφορούσαν τους προσφυγικούς πληθυσμούς, όπως και στην Θεσσαλονίκη, η οποία είχε “ευλογηθεί” νωρίτερα και από μια καταστροφική πυρκαγιά. Η ολική καταστροφή ως “ευτυχία” και ευκαιρία των ποικιλώνυμων αναμορφωτών: πολιτικών, πολεοδόμων, αρχιτεκτόνων.
Διαβάζω ότι “κοντά στο κέντρο” βρίσκονται και τα νέα συμπτωματικά ανοίγματα πολιτιστικού και γενικότερου ενδιαφέροντος (Μονή Λαζαριστών, το μητροπολιτικό πάρκο του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά, τα στρατιωτικά κοιμητήρια κ.α.) στην ευρύτερη περιοχή, όπου διασταυρώνονται πολλοί συνοικισμοί της λαϊκής Θεσσαλονίκης, της λεγόμενης “Δυτικής”. Από μόνη της η χρήση της έκφρασης “κοντά στο κέντρο” είναι μια προληπτική καταδικαστική απόφαση του “Κέντρου” και των “ανθρώπων” του, εις βάρος μιας προοπτικής συγκρότησης στην ευρύτερη περιοχή, όσο είναι ακόμη καιρός, ενός δευτέρου κέντρου στο πολεοδομικό συγκρότημα, για την νέα Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα. Η γλώσσα προδίδει προκατανοήσεις, προκαταλήψεις, μονομερείς αντιλήψεις, προθέσεις και δυνατότητες των εμπλεκόμενων σε παρόμοιες δημόσιες συζητήσεις.
Η δομική έλλειψη μητροπολιτικής διοίκησης και ο συνακόλουθος εξαναγκασμός σε ευρύτερες κατηγορίες σκέψεως περί την Θεσσαλονίκη επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ο δήμος Θεσσαλονίκης μονοπωλεί το ενδιαφέρον της κεντρικής εξουσίας, χωρίς να το “δικαιούται” και χωρίς να παράγει ανάλογη πολιτική και να κατέχει το ανάλογο πολιτικό βάρος στους διάφορους συσχετισμούς ισχύος που θα την καθιστούσαν εφικτή. Στην προκειμένη περίπτωση ούτε οι δήμοι της δυτικής Θεσσαλονίκης έχουν την ικανότητα να διαχειριστούν το μέγεθος και την πιθανή εμβέλεια των νέων πολιτιστικών υποδομών οι οποίες προέκυψαν στην περιοχή τους εντελώς συμπτωματικώς. Ο δήμος Θεσσαλονίκης από την πλευρά του δεν έχει και πολλούς λόγους να “κατευθύνει” κάποια ρεύματα κίνησης προς τα “δυτικά”. Τουναντίον θα δημιουργούσε δυσαρέσκειες στα διάφορα μικρά ή μεγάλα κοινωνικά συμφέροντα, τα οποία για δικούς τους λόγους επιμένουν στην “μονοκεντρική” Θεσσαλονίκη. Το ίδιο και οι ποικιλώνυμες “ελίτ” της “πόλης”, όχι μόνο οι οικονομικές.
Δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η Συλλογή Κωστάκη εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ήσσονος σημασίας δεδομένο για την όλη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για ένα “εμφύτευμα”, όπως και οι θεατρικές σκηνές, στην δυτική πλευρά της πόλης, το οποίο δεν συνοδεύτηκε και δεν συνοδεύεται από πολιτικές συμπερίληψης των τοπικών περιοχών στην λειτουργία τους.
Η έλλειψη μητροπολιτικών δομών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση συμπαρασύρει σε ληθαργία κάθε πολιτιστική υποδομή αξιώσεων εκτός του “Kέντρου”. Το γεγονός δημιουργεί αυτή την παρακμιακή αίσθηση της Θεσσαλονίκης ως “φοιτητούπολης”. Οπότε δεν είναι παράδοξο να ερωτά σε σύναξη φίλων πανεπιστημιακός, κατ΄ επιλογήν Θεσσαλονικιός από δεκαετίες, εντελώς φυσιoλογικά: “Παιδιά, πως πηγαίνει κανείς στον Εύοσμο;”
Η συζήτηση για την δημιουργία ενός δεύτερου κέντρου στα “Δυτικά” της πόλης θα ανοίξει τον δρόμο για μια νέα βάση των προβληματισμών και για τα άλλα επί μέρους ζητήματα, τα οποία κυριαρχούν στην υποτονική ούτως ή άλλως δημόσια συζήτηση για το μέλλον της Θεσσαλονίκης στον 21ο αιώνα. Κάποια στιγμή θα πρέπει να ιεραρχηθούν τα πράγματα και να εγκαταλειφθεί η κούφια ρητορεία των “αρμοδίων” και “ειδημόνων” ή η παρασιώπηση κάθε “αιρετικής” σκέψεως, επειδή προέρχεται από τα “δυτικά”. Αναλογίζομαι εδώ με ανησυχία το “θάψιμο” στην κυριολεξία μιας μακροπολιτικής πολεοδομικής πρότασης του δημάρχου Συκεών και Νεαπόλεως Σίμου Δανιηλίδη: υπογειοποίηση μεγάλου τμήματος του σιδηροδρόμου που τέμνει την δυτική Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος εκκινεί από την λογική της αύξησης του πρασίνου και των ελεύθερων χώρων στην περιοχή, προσωπικά θα ενέτασσα την σκέψη του στον ευρύτερο σχεδιασμό “ομογενοποίησης” της περιοχής στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός νέου κέντρου στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης. Αλλά τούτα είναι πράγματα τα οποία εμπλουτίζονται, συνδιαμορφώνονται ή και απορρίπτονται μέσα από τον δημόσιο διάλογο, επιστημονικό και πολιτικό.
Χρειαζόμαστε μια δημιουργική προσέγγιση στον σχεδιασμό της νέας Θεσσαλονίκης. Χρειαζόμαστε την κομμάτι-κομμάτι ανάπλαση ολόκληρων περιοχών της στα ”δυτικά”, όσο είναι καιρός. Η “δυτική” Θεσσαλονίκη και η αναδιαμόρφωσή της, μέσω της δημιουργίας ενός δεύτερου κέντρου της σύνολης πόλης, μπορεί να γίνει υπόθεση της τοπικής κοινωνίας και των φορέων της. Ένα δεύτερο κέντρο το οποίο θα “ομογενοποιεί” λειτουργικά και θα ενώνει τους πληθυσμούς εκείθεν των τειχών, ψηλά από τα “ορεινά” μέχρι κάτω χαμηλά στα πρώην τενάγη της πεδιάδας. Σε μια τέτοια προοπτική, η λεωφόρος Μίκη Θεοδωράκη (πρώην Λαγκαδά) και η Καραολή-Δημητρίου και όσα χωρίζουν ή ενώνουν, θα έδιναν νέα κατεύθυνση στο real estate της περιοχής, άλλη χροιά στο συνολικό κυκλοφοριακό στον αστικό ιστό και άλλη διάσταση στις υπάρχουσες ή τις υπό δημιουργία πολιτιστικές υποδομές της ευρύτερης περιοχής.
Αν δεν σκεφτούμε τα μεγάλα με διαφορετικό τρόπο, δεν θα μπορέσουμε να δώσουμε απαντήσεις και στα μικρά και καθημερινά. Τώρα είναι η εποχή των επανανοηματοδοτήσεων και των μεγάλων αναπλάσεων στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, όχι η συνέχιση της καταστροφικής πρακτικής των υποτιθέμενων “μεγάλων έργων”. Χρειαζόμαστε πραγματικά μεγάλα έργα και αυτά προκύπτουν μέσα από μεγάλες μακροπολιτικές διαδικασίες.
*Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι ερευνητής









