Βία ανηλίκων: Η μάστιγα που δείχνει μόνο ανοδική (και ανησυχητική) τάση
Δύο ειδικοί εξηγούν στη parallaxi που οφείλονται τα συνεχόμενα ακραία περιστατικά και γιατί η κατάσταση μοιάζει να ξεφεύγει ραγδαία
Είναι μια μάστιγα χωρίς τέλος, που επεκτείνεται με ανησυχητικούς και επικίνδυνους ρυθμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη — και, φυσικά, στην Ελλάδα.
Ένα φαινόμενο που εδώ και χρόνια με τρόπο ωμό και συχνά ακραίο κάνει την εμφάνισή του και προκαλεί .
Η βία ανηλίκων μοιάζει να ξεφεύγει δραματικά μπροστά στα μάτια μας.
Σχεδόν κάθε ημέρα, μια νέα είδηση εμφανίζεται στο feed μας και μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν, εν έτει 2026, να συμβαίνουν όλα αυτά — και μάλιστα με πρωταγωνιστές παιδιά ή εφήβους.
Παιδιά που θα έπρεπε να μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον προστασίας, ορίων και φροντίδας, κι όμως βρίσκονται να ασκούν ή να δέχονται ακραία βία.
Από καβγάδες και περιστατικά bullying μέσα στα σχολεία, μέχρι ξυλοδαρμούς σε πλατείες, στάσεις λεωφορείων και άλλους δημόσιους χώρους, και –όπως όλοι παρακολουθήσαμε σοκαρισμένοι– ακόμη και δολοφονίες.
Τα περισταστικά βίας δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά μια επαναλαμβανόμενη συνθήκη που προκαλεί φόβο, αμηχανία και ένα βαθύ αίσθημα κοινωνικής αποτυχίας.
Στις Σέρρες, η βία ανηλίκων έφτασε στο πιο ακραίο της σημείο. Ένας 17χρονος ξυλοκόπησε άγρια έναν 16χρονο, ο οποίος υπέκυψε στα τραύματά του και κατέληξε στο υπόγειο του σπιτιού του. Ένα γεγονός που πάγωσε την κοινή γνώμη και λειτούργησε σαν καμπανάκι κινδύνου — όχι μόνο για τη συγκεκριμένη πόλη, αλλά για ολόκληρη τη χώρα.
Την ίδια στιγμή, ολοένα και περισσότερα περιστατικά δείχνουν ότι η βία μεταφέρεται πλέον και μέσα στα σχολεία με ανησυχητική ευκολία.
Μαθητές κουβαλούν στις τσάντες τους μαχαίρια, ακόμη και όπλα, όπως είδαμε πρόσφατα στη Ζάκυνθο, μετατρέποντας χώρους μάθησης σε χώρους ανασφάλειας και φόβου.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι συμβαίνει, αλλά γιατί συμβαίνει. Ποιοι μηχανισμοί σπρώχνουν ολοένα και περισσότερους ανήλικους προς τη βία; Πού βρίσκονται οι ενήλικες, οι θεσμοί, το σχολείο, η οικογένεια;
Και κυρίως, πόσο έτοιμη είναι η κοινωνία να δει το πρόβλημα όχι μόνο ως ζήτημα ασφάλειας, αλλά ως ένα βαθύ κοινωνικό και ψυχικό φαινόμενο που απαιτεί πρόληψη, φροντίδα και ουσιαστικές απαντήσεις;
Δύο ειδικοί μιλούν στη parallaxi για τη βία ανηλίκων
Ελευθερία χωρίς ευθύνη; Η ψυχολογία της βίας των ανηλίκων
Η βία των ανηλίκων αποτελεί ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο τα τελευταία χρόνια εμφανίζει ανησυχητική ένταση και μεταβολή στις μορφές έκφρασής του. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι η εμπλοκή των παιδιών στη βία, είτε ως θύματα είτε ως δράστες, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ψυχικών διαταραχών. Από την κλινική μου εμπειρία θα έλεγα πως βλέπω την βία των ανηλίκων ως συνέπεια μιας βαθιάς κρίσης ορίων και νοήματος στη σύγχρονη κοινωνία.
Πολλά παιδιά μεγαλώνουν χωρίς σαφή δομή, χωρίς ιεραρχία αξιών και χωρίς ενήλικες πρόθυμους να αναλάβουν τον δύσκολο αυτόν ρόλο της αυθεντίας. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να επισημάνω πως τα όρια δεν είναι καταπίεση αλλά προϋπόθεση ψυχικής ανθεκτικότητας. Με άλλα λόγια, όταν απουσιάζουν τα όρια αυτά, το παιδί δεν νιώθει ελευθερία αλλά χάος και το χάος αυτό συχνά μετατρέπεται σε ανασφάλεια και επιθετικότητα.
Παράλληλα, αναδύεται το φαινόμενο του δικαιωματισμού, δηλαδή η μονομερής έμφαση στα ατομικά δικαιώματα χωρίς την αντίστοιχη κατανόηση των ορίων, της ευθύνης και των συνεπειών. Ένας δικαιωματισμός που καλλιεργείται και από το οικογενειακό περιβάλλον αλλά και από την κοινωνία. Η υπερβολική έμφαση στα δικαιώματα, αποκομμένη από την έννοια της προσωπικής ευθύνης, καλλιεργεί ναρκισσιστικές τάσεις και αίσθηση ηθικής ανωτερότητας.
Ένα παιδί που μαθαίνει μόνο τι «δικαιούται», χωρίς να μαθαίνει τι οφείλει, δυσκολεύεται να ανεχθεί τη ματαίωση, την κριτική και την αποτυχία. Αυτή η δυσανεξία θα έλεγα πως μπορεί εύκολα να εκφραστεί ως θυμός ή βία. Επιπλέον, ένα ακόμη φαινόμενο που παρατηρείται είναι η θυματοποίηση ως κομμάτι της ταυτότητας.
Όταν οι νέοι ενθαρρύνονται να βλέπουν τον εαυτό τους πρωτίστως ως θύματα ενός άδικου συστήματος, μειώνεται η αίσθηση προσωπικού ελέγχου και αυξάνεται η αγανάκτηση. Η βία, τότε, μπορεί να βιώνεται υποκειμενικά ως «δικαιολογημένη».
Η πρόληψη προϋποθέτει πολυεπίπεδες παρεμβάσεις που συνδυάζουν την ενίσχυση της ψυχικής υγείας, τη σαφή οριοθέτηση, την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και την ισορροπημένη εκπαίδευση γύρω από δικαιώματα και υποχρεώσεις, τόσο των γονέων αλλά και των ανηλίκων. Άλλωστε όπως κάποτε είχε πει και η ψυχολόγος Alice Miller, αν δεν σκοτώσουμε τα φίδια στον κήπο μας, θα τα βρούμε στον κήπο των παιδιών μας.
*Παναγιώτης Νταϊλάκης, BSc (Hons), MSc (Neuro), MSc (CLPsy) Ειδ. Κλινικός Ψυχολόγος – Νευροεπιστήμονας Α.Π.Θ. 3η Δ.Υ.Πε. – Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ – Πολυδύναμη Νοσηλευτική Μονάδα Ψυχικής Υγείας Θεσσαλονίκης (πρώην Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης)
Βία ανηλίκων στην Ελλάδα. Τι μας λένε τα επιστημονικά δεδομένα για το φαινόμενο;
Η βία των ανηλίκων στην Ελλάδα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ούτε αφορά μια γενιά. Αυτό που άλλαξε τα τελευταία χρόνια είναι η ένταση, η ορατότητα και ο τρόπος με τον οποίο το φαινόμενο έρχεται στο δημόσιο πεδίο.
Επίσημα στοιχεία δείχνουν σαφή αύξηση των καταγεγραμμένων περιστατικών. Το 2024 καταγράφηκαν 10.968 υποθέσεις παραβατικότητας και βίας ανηλίκων, με 14.956 ανήλικους δράστες. Το 2023 αντίστοιχα ήταν 7.789 υποθέσεις και 10.150 ανήλικοι δράστες. Αύξηση που αγγίζει το 41% στις υποθέσεις και το 44% στους δράστες. Παράλληλα αυξάνεται και ο αριθμός των ανηλίκων θυμάτων, ιδιαίτερα σε περιστατικά σωματικής βίας και ενδοοικογενειακής βίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ποιοτική μετατόπιση των περιστατικών. Δεν μιλάμε μόνο για ευκαιριακές χαμηλής έντασης παραβάσεις. Οι σωματικές βλάβες εμφανίζουν σημαντική άνοδο. Οι ανήλικοι δράστες σωματικών βλαβών αυξήθηκαν από 583 (2023) σε 870 (2024). Τα ανήλικα θύματα αυξήθηκαν από 674 σε 885 την ίδια περίοδο. Στην ενδοοικογενειακή βία, τα ανήλικα θύματα σχεδόν διπλασιάστηκαν, από 1.760 το 2023 σε 3.542 το 2024. Ταυτόχρονα αυξήθηκαν και οι ανήλικοι που καταγράφονται ως δράστες ενδοοικογενειακής βίας, από 167 σε 415.
Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να διαβαστούν μονοδιάστατα. Μέρος της αύξησης σχετίζεται με ενισχυμένη καταγραφή, μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία και περισσότερους διαύλους αναφοράς. Περιστατικά που παλαιότερα έμεναν σιωπηλά μέσα στο σπίτι, στο σχολείο ή στη γειτονιά, σήμερα δηλώνονται, φτάνουν ευκολότερα στις αρχές και καταγράφονται. Αυτό δεν αναιρεί τη σοβαρότητα του φαινομένου, αλλά μας προστατεύει από εύκολους πανικούς και αλλάζει τον τρόπο που πρέπει να το κατανοήσουμε.
Σε κάθε περίπτωση οι αριθμοί απαιτούν μια διττή ανάγνωση: από τη μία δείχνουν μια ανησυχητική αύξηση των περιστατικών που φθάνουν στις αρχές, από την άλλη υπενθυμίζουν την ανάγκη για ενισχυμένα προγράμματα πρόληψης, υποστήριξης οικογενειών και εκπαιδευτικών δομών, και στοχευμένες παρεμβάσεις που να αντιμετωπίζουν όχι μόνο το σύμπτωμα, αλλά και τις δομικές αιτίες πίσω από τη βία των ανηλίκων.
Από ψυχιατρική σκοπιά, η βία των ανηλίκων δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς αν περιοριστεί μόνο σε ατομικούς παράγοντες, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί έξω από το πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνυπάρχουν δυσκολίες στη ρύθμιση του συναισθήματος και της παρόρμησης ή ψυχιατρικές διαταραχές που μένουν αδιάγνωστες, όμως αυτές από μόνες τους δεν παράγουν βία. Η επιθετική συμπεριφορά αναδύεται μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου κοινωνικοί, οικονομικοί και εκπαιδευτικοί παράγοντες ασκούν καθοριστική πίεση. Η φτώχεια, η επισφάλεια, η σχολική αποσύνδεση και η απουσία σταθερών ενηλίκων λειτουργούν σωρευτικά, μειώνοντας τις δυνατότητες έγκαιρης παρέμβασης και οριοθέτησης.
Σε αυτό το περιβάλλον προστίθεται ο ρόλος του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων, όπου η βία συχνά προβάλλεται, μιμείται, ενισχύεται, χωρίς επεξεργασία συνεπειών. Πλατφόρμες δικτύωσης και άλλες μορφές ψηφιακής έκθεσης μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντές παρορμητικών συμπεριφορών, ιδιαίτερα σε εφήβους με μειωμένη ψυχική αντοχή ή ανάγκη αναγνώρισης. Η αύξηση υποθέσεων παραμέλησης εποπτείας ανηλίκων, από 1.242 το 2023 σε 2.163 το 2024, δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ατομικό, αλλά αφορά τη συνολική δυσκολία των ενηλίκων και των θεσμών να ασκήσουν συνεπή εποπτεία και να προσφέρουν προστατευτικά πλαίσια σε μια περίοδο γενικευμένης κοινωνικής πίεσης.
Κρίσιμο σημείο στον δημόσιο διάλογο είναι να αποφευχθεί ο στιγματισμός. Οι ανήλικοι δεν είναι φορείς κακού, αλλά φορείς συμπτωμάτων. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο κατασταλτική ούτε συναισθηματικά φορτισμένη. Χρειάζεται πρόληψη, σταθερή παρουσία ενηλίκων, σχολεία που αντέχουν τη σύγκρουση και έγκαιρη ψυχική φροντίδα.
Τα δεδομένα μάς δείχνουν ότι κάτι μετακινείται. Ζητούμενο είναι αν θα το διαβάσουμε ως απειλή ή ως προειδοποίηση που μας καλεί να λάβουμε δράση και να αναλάβουμε ευθύνη νωρίτερα και πιο σταθερά.
*Παύλος Άγγος, MD, MSc Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής MSc Ιατροδικαστικής – Ψυχιατροδικαστικής Επιμελητής ΕΣΥ – Π.Ν.Μ. Ψυχικής Υγείας Θεσσαλονίκης













