Απόστολος Μαγγηριάδης: «Δεν είμαστε ρομπότ και δε θα γίνουμε λουδίτες»
Ο παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της ΕΡΤ μιλά στην Parallaxi για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας
Αποτελεί μία από τις πλέον σοβαρές και ψύχραιμες παρουσίες στην ελληνική δημοσιογραφία, με σημαντικές σπουδές στο αντικείμενο (Πολιτικές Επιστήμες στο ΕΚΠΑ και Master στη δημοσιογραφία στο Columbia της Νέας Υόρκης).
Ο Απόστολος Μαγγηριάδης παρουσιάζει το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ και την εκπομπή Press talk, ενώ στο παρελθόν έχει εργαστεί ως πολιτικός συντάκτης και παρουσιαστής στους τηλεοπτικούς σταθμούς ΣΚΑΪ, MEGA. Επίσης είχε συνεργασίες με τις εφημερίδες ΤΑ ΝΕΑ και την Καθημερινή.
Είναι ο σημερινός προσκεκλημένος της στήλης για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας και οι απαντήσεις έχουν και επιστημονικό ενδιαφέρον.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας σήμερα;
«Το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας σήμερα είναι ότι το κοινό παγκοσμίως έχει διαπαιδαγωγηθεί με την δωρεάν ενημέρωση.
Όταν όμως οι αναγνώστες και οι τηλεθεατές δεν πληρώνουν για τα νέα, την ανάλυση και την εμβάθυνση των όσων συμβαίνουν στην κοινότητά μας, στη χώρα μας και στον κόσμο, κάποιος άλλος πληρώνει για αυτά κι αυτός ο κάποιος επηρεάζει αναπόφευκτα το περιεχόμενο.
Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, έρευνα, ταξίδια, επαφές, διασταύρωση πηγών.
Όταν η πηγή εσόδων ακόμη και των μεγάλων ειδησεογραφικών οργανισμών προκύπτει σχεδόν αποκλειστικά από την online διαφήμιση, τότε τα μέσα στρέφονται συντριπτικά σε φτηνό και γρήγορο περιεχόμενο. Άρα στην υπερβολή, στην συναισθηματική φόρτιση αντί για την ουσία, στο φανταχτερό αντί για το πραγματικά σημαντικό.
Δεν είναι τυχαίο πως μεγάλα μέσα του εξωτερικού που στηρίζουν τη δημοσιογραφία τους με προγράμματα συνδρομών, παρατήρησαν ταυτόχρονα και την αύξηση της συχνότητας παραμονής στις ιστοσελίδες τους από τους συνδρομητές τους. Αυτό σημαίνει πως όταν πληρώνεις για κάτι, απαιτείς υψηλή ποιότητα και περιεχόμενο. Αλλιώς δεν θα ξαναπληρώσεις.
Εν τέλει μια κοινωνία που δεν πληρώνει για αξιόπιστη ενημέρωση καταλήγει να πληρώνει ένα πολύ υψηλότερο τίμημα: παραπληροφόρηση, πόλωση και λογοδοσία στον αλγόριθμο των social που εν τέλει αποφασίζει για το τι θα διαβάσουμε, από τι θα εντυπωσιαστούμε και τι θα συζητήσουμε στο βραδινό τραπέζι με τα παιδιά μας».

Οφείλει ένας δημοσιογράφος να παίρνει θέση για ένα γεγονός; Αν ναι, υπάρχουν εξαιρέσεις, δηλαδή περιπτώσεις που δε θα έπρεπε να το κάνει;
«Οι δημοσιογράφοι δεν είμαστε ρομπότ. Είμαστε κι εμείς άνθρωποι που ζούμε κι εργαζόμαστε μέσα στην κοινότητα. Έχουμε άποψη και ίσως και μια βιωματική αντίληψη για το πώς λειτουργούν οι πολιτικοί ή οι δημοσιολογούντες.
Ποτέ δεν έβλαψε μια άποψη που υποστηρίχθηκε από στοιχεία, ιστορική γνώση ή ανάλυση δεδομένων. Και είναι ίσως και πιο τίμιο να αναγνωρίζει ο αναγνώστης την άποψη του δημοσιογράφου που παρουσιάζει ένα θέμα.
Το πρόβλημα ξεκινάει με την στρατευμένη δημοσιογραφία, τους συναδέλφους που βλέπουν τους εαυτούς τους ως κατόχους της μοναδικής αλήθειας, τους τιμωρούς του συστήματος ή τους τιμητές μιας ολόκληρης κοινωνίας. Από αυτές τις περιπτώσεις, εγώ προσωπικά, κρατώ μια απόσταση».
Η γραμμή του μέσου ενημέρωσης στο οποίο εργάζεται ένας δημοσιογράφος σε ποιο βαθμό πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται;
«Εκ των πραγμάτων ναι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν βαθμοί ελευθερίας στη σκέψη ή στην έκφραση.
Η γραμμή ενός μέσου ενημέρωσης εκφράζεται από τη διοικητική του δομή, από τον τίτλο μιας εφημερίδας ή από το σχόλιο στο πρώτο θέμα σε ένα δελτίο ειδήσεων.
Κανένας δεν θα έρθει να επιβάλει σε κάποιον δημοσιογράφο τον τρόπο σκέψης – το πρόβλημα ξεκινάει όταν ο συντάκτης υιοθετεί μια συμπεριφορά αυτολογοκρισίας.
Αυτό όμως αποβαίνει εις βάρος της δικής του παρουσίας – στο τέλος της ημέρας τον σεβασμό των συναδέλφων, αναγνωστών και τηλεθεατών τον κερδίζεις από το θάρρος του λόγου, από την στοιχειοθέτηση της άποψης και από την εμπιστοσύνη που χτίζεις σε ένα βάθος χρόνου με το κοινό».

Γιατί η κοινή γνώμη δεν έχει πια την καλύτερη άποψη για το λειτούργημα του δημοσιογράφου;
«Γιατί σε μεγάλο βαθμό μας θεωρούν κομμάτι του «συστήματος», ότι δηλαδή αδυνατούμε να προσφέρουμε έγκυρη πληροφόρηση, να αναδείξουμε τα «τρωτά σημεία» του πολιτικού συστήματος, του κράτους, των πολυεθνικών και όσων θεωρούν πως ορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή τους.
Διότι σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε πριν από μερικές δεκαετίες, τα Μέσα δεν έχουν τη δύναμη να ρίξουν κυβερνήσεις, να ελέγξουν αποτελεσματικά την κάθε είδους εξουσία. Όλα αυτά ισχύουν σε μεγάλο βαθμό.
Αποτύχαμε συλλογικά να προειδοποιήσουμε για τα επερχόμενα οικονομικά σοκ, για τις μεγάλες αλλαγές της τεχνολογίας, να ενεργοποιήσουμε τον κόσμο στις δυτικές κοινωνίες και να τους δείξουμε ότι κάποιοι άλλοι στην Ασία τρέχουν πιο γρήγορα.
Όμως, για να επανέλθω στην αρχική μου απάντηση, τον Νίξον τον έριξαν οι αποκαλύψεις της Washington Post για την οποία κάποιοι εκατομμύρια αναγνώστες πλήρωναν κάθε μέρα στο περίπτερο, ώστε η διοίκησή της να νιώθει οικονομικά ισχυρή και ανεξάρτητη για να συνεχίσει τις αποκαλύψεις.
Εάν σήμερα ξέσπαγε σκάνδαλο σαν το Watergate, αμφιβάλλω για το πόσοι θα πίστευαν την έρευνα των δημοσιογράφων».
Πώς προφυλάσσεται ένας δημοσιογράφος από τα fake news;
«Με συνεχή μελέτη, με εμπιστοσύνη στα μεγάλα κι αξιόπιστα μέσα ενημέρωσης. Η καλύτερη άμυνα στα fake news είναι η αντίσταση στις σειρήνες της ταχύτητας. Δεν με ενδιαφέρει να δημοσιεύσω κάτι πρώτος για το οποίο δεν είμαι βέβαιος. Η αξιοπιστία άλλωστε χτίζεται σε βάθος χρόνων και χάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα».

Πώς βλέπετε τη σχέση των Social Media και της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη Δημοσιογραφία;
«Συμπληρωματική. Τα social βοηθούν στην ανάδειξη μιας καλής δουλειάς – δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε ούτε να τα καταδικάσουμε, αυτή είναι η πραγματικότητα με την οποία έχουμε να κάνουμε. Αντλούμε ιδέες, καταγράφουμε απόψεις και τάσεις, βλέπουμε τι προτιμά το κοινό και τι όχι.
Πάντα βέβαια υπό την αίρεση πως ο αλγόριθμος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές, όπως και ότι όλοι μας ανεξαιρέτως ζούμε μέσα στις δικές μας φούσκες, στα δικά μας δωμάτια ηχούς και συχνά αδυνατούμε να πιάσουμε το μέσο όρο.
Σε ό,τι αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, έχω ισχυρή άποψη: Δεν θα γίνουμε λουδίτες.
Θα προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Θα χρησιμοποιήσουμε τις εφαρμογές για να κόψουμε δρόμο. Για να μην χάσουμε χρόνο στα «trivia».
Όμως η εφαρμογή δεν θα αντικαταστήσει την αληθινή δημοσιογραφική δουλειά. Όπως δεν θα γράψει ποτέ ένα ωραίο μυθιστόρημα ή ένα σενάριο κινηματογραφικής ταινίας.
Ευτυχώς όμως οι εφαρμογές κάνουν απομαγνητοφωνήσεις. Ξέρετε κάποιον που προτιμά να αφιερώσει 5 ώρες για να καταγράψει μια συνέντευξη;».
Έχετε μετανιώσει για κάποιο χειρισμό σας σε ένα δημοσιογραφικό θέμα και αν ναι τι ήταν αυτό που είχατε κάνει λάθος και δε θα επαναλαμβάνατε;
«Ναι και περισσότερες από μια φορές. Στις αρχές του 2009 βρέθηκα στο Λονδίνο για μια έρευνα που αφορούσε στα γλυπτά του Παρθενώνα και τυχαία έπεσα επάνω σε έναν αρθρογράφο των Times που την ίδια ημέρα είχε δημοσιεύσει ένα κομμάτι με τίτλο “Beware of Greeks, bearing bonds”.
Σ’ αυτό εξηγούσε ότι πολύ σύντομα η Ελλάδα δεν θα καταφέρει να δανειστεί στις διεθνείς αγορές και πως οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να δανειστούν για αυτήν. Και πως αυτό θα γίνει με τεράστιο κόστος για τη χώρα μας, με περικοπές μισθών, απολύσεις κοκ. Μετά τη συνέντευξη, σκέφτηκα ότι όλα αυτά είναι υπερβολές και πως πουθενά μεταπολεμικά δεν υπήρξαν μειώσεις μισθών.
Διαψεύστηκα πανηγυρικά ένα χρόνο μετά. Το δίδαγμα είναι πως ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάς μια πληροφορία, ποτέ δεν πρέπει να μένεις στις βεβαιότητες και πως δουλειά σου είναι να αναζητάς την είδηση και όχι να καθησυχάζεις τον εαυτό σου και τους άλλους».









