Χρήστος Ξανθάκης: «Αν όλη σου η κουλτούρα είναι μια οθόνη, μην απορείς που η Τεχνητή Νοημοσύνη θα σου πάρει τη δουλειά!»
Ο δημοφιλής δημοσιογράφος και σχολιαστής απαντά στην Parallaxi για το μέλλον και την κρίση στη δημοσιογραφία
Έχει πάντα έναν άμεσο, ιδιαίτερο και εύστοχο τρόπο σχολιασμού των γεγονότων και τα post του είναι δημοφιλή στα social media.
Ο Χρήστος Ξανθάκης από την εποχή της Ελευθεροτυπίας, μιας άλλης εποχής για τη δημοσιογραφία, έγραφε ανεξάρτητα και είχε μία από τις πλέον καταξιωμένες στήλες που αφορούσε στα media.
Σήμερα είναι δημοσιογράφος στη σελίδα Newpost.gr ενώ στις συχνές του εμφανίσεις στην τηλεόραση σχολιάζει την επικαιρότητα.
Παράλληλα είναι συγγραφέας και ποιητής.
Σήμερα απαντά στις ερωτήσεις της Parallaxi για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας και, ως συνήθως, δεν μετράει ούτε μασάει τα λόγια του. Τα λέει… χύμα και αρέσει.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας σήμερα;
«Να μιλήσουμε για το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής δημοσιογραφίας, γιατί άλλα πράγματα γίνονται εδώ, στην Ελλάδα 2.0, κι άλλα πράγματα γίνονται έξω. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής δημοσιογραφίας είναι ότι δεν υπάρχει πιάτσα. Και δεν υπάρχει πιάτσα γιατί κλείσανε τα δύο από τα τρία συγκροτήματα εφημερίδων, καθώς και δύο από τα τρία συγκροτήματα περιοδικών. Τι μας λέει αυτό;
Μας λέει ότι η δύναμη είναι στα χέρια των αφεντικών, σε φάση εκατό μηδέν.
Και δουλειά του αφεντικού δεν είναι να στηρίζει τον εργαζόμενο, είναι να τον ξεζουμίζει. Αν ο εργαζόμενος έχει άφθονες επιλογές διαφυγής, δηλαδή αν υπάρχει πιάτσα που του επιτρέπει να το σκάσει από το ένα μαγαζί και να πάει στο άλλο, τότε περιορίζεται η εξουσία του αφεντικού στο σαρκίο του. Αν δεν έχει, πάει τη γάμησαν κι αυτός και η όποια ελευθερία του. Αυτό είναι το μεγάλο, το μέγιστο ζήτημα των ημερών και μην ακούτε μ@λακίες ότι τα παλιά αφεντικά ήταν ευπατρίδες ενώ τα καινούρια είναι καραγωγείς».

Οφείλει ένας δημοσιογράφος να παίρνει θέση για ένα γεγονός; Αν ναι, υπάρχουν εξαιρέσεις, δηλαδή περιπτώσεις που δε θα έπρεπε να το κάνει;
«Η δημοσιογραφία είναι δύο πράγματα: Το σχόλιο και το ρεπορτάζ. Αν είσαι σχολιαστής, φυσικά και οφείλεις να πάρεις θέση.
Πολιτική θέση, όμως, και όχι κομματική ή παραμύθα πατριωτική. Αν είσαι ρεπόρτερ, η δουλειά σου είναι να παραθέτεις τα γεγονότα με όσο το δυνατόν πιο καθαρή ματιά και να επισημαίνεις τις αντιφάσεις στα σενάρια της κάθε πλευράς. Τίποτα παραπάνω.
Αυτή είναι η δουλειά μας και καλόν είναι να μην τη συγχέουμε με το χαβαλέ στα σόσιαλ. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, χωρίς καμία διάθεση να υποβαθμίσω το ποιοτικό τρολάρισμα».
Η γραμμή του μέσου ενημέρωσης στο οποίο εργάζεται ένας δημοσιογράφος σε ποιο βαθμό πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται;
«Εδώ είναι που πάμε πάλι στο θέμα της πιάτσας. Όπως τα μέσα ενημέρωσης έχουν αφεντικά, έτσι, λογικό είναι, θα έχουν και “γραμμή”.
Αν βρεθείς σε μαγαζί που σέβεται τον εαυτό του και δεν κάνει αρκουδιές, όπως για παράδειγμα η Ελευθεροτυπία όπου πέρασα εικοσιπέντε χρόνια ή το Newpost όπου δουλεύω τώρα, νέμα προμπλέμα που λένε και οι Σέρβοι.
Αν, όμως, συμβεί το αντίστροφο, τότε ζιόμπι, θα έχεις πολύ κακό πρόβλημα. Και το χειρότερο δεν θα είναι αυτό, το χειρότερο θα είναι που δεν θα μπορείς να το σκάσεις, γιατί όσο πιο μεγάλη και όσο πιο απλωμένη είναι η πιάτσα τόσο περισσότερα είναι τα “καλά” μαγαζιά. Ενώ τώρα…».

Γιατί η κοινή γνώμη δεν έχει πια την καλύτερη άποψη για το λειτούργημα του δημοσιογράφου;
«Γιατί προβεβλημένα πρόσωπα του κλάδου, την έχουν προδώσει ουκ ολίγες φορές. Όχι το σύνολο του κλάδου, προς Θεού, ούτε καν η πλειοψηφία του, αλλά επειδή η προσοχή των θεατών, των αναγνωστών, των ακροατών είναι στραμμένη στις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές, την πατάμε όλοι και όλες.
Δηλαδή, άμα σου λένε στα μούτρα “ξέραμε τι γινόταν, αλλά το κρύβαμε κάτω απ’ το μαξιλάρι μας”, δεν σου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι;
Ή άμα ακούς ομορφιές του τύπου “με την προηγούμενη κυβέρνηση πεινάγαμε, ενώ τώρα τρώμε ψωμάκι”, δεν βγάζεις καντήλες;».
Πώς προφυλάσσεται ένας δημοσιογράφος από τα fake news;
«Μία είναι η λύση και άλλη δεν υπάρχει: Δουλειά, δουλειά, δουλειά σαν τη Ριάνα! Αν δεν ιδρώσεις τη φανέλα και απλώς εμπιστευτείς το γκουγκλάκι ή την τεχνητή νοημοσύνη, είσαι άξιος της μοίρας σου.
Βλέπε, ας πούμε, τι τραβάει ο ρεπόρτερ Ξανθάκης, που έκανε τριάντα χρόνια ρεπορτάζ media, συν παράλληλη απασχόληση με ροκ μιούζικ, και τα τελευταία χρόνια είναι κυρίως στο πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο. Επειδή, λοιπόν, μπήκα αργά στο συγκεκριμένο παιχνίδι, μ’ έχει φάει το διάβασμα τον κακομοίρη, ούτε στο σχολείο έτσι.
Πράγματα, για παράδειγμα, που ο Τάσος Παππάς, ο Μανώλης Κοττάκης, ο Βασίλης Σκουρής τα έχουν για παιχνιδάκι ή τα έχουν ζήσει από κοντά, εγώ είμαι υποχρεωμένος να τα ξεψαχνίζω ξανά και ξανά για να μπαίνω στο πνεύμα. Αυτά συμβαίνουν μανίτσα μου όταν κάνεις συνεντεύξεις στον Chris Rea και όχι στον Σκανδαλίδη!».
Πώς βλέπετε τη σχέση των Social Media και της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη Δημοσιογραφία;
«Είναι κάτι που λέω πολλές φορές και ισχύει σε πολλούς τομείς, από το αίσθημα ως τη δημοσιογραφία: Όσο τους δώσεις, τόσο θα πάρουν! Άμα νομίζεις ότι θα προσφέρεις ένα δάχτυλο στα σόσιαλ και στην Τεχνητή Νοημοσύνη και θα ανταμειφθείς πλουσιοπάροχα, την πάτησες πουλάκι μου, γιατί θα σου φάνε όλο το χέρι.
Επίσης, κάτι άλλο που λέω και δεν ισχύει μόνο για τη δημοσιογραφία: Αν όλη σου η κουλτούρα είναι μια οθόνη, μην απορείς που η Τεχνητή Νοημοσύνη θα σου πάρει τη δουλειά!
ΚΑΙ ΟΝΟ ΟΝΟ ΗΤΟ…».

Έχετε μετανιώσει για κάποιο χειρισμό σας σε ένα δημοσιογραφικό θέμα και αν ναι τι ήταν αυτό που είχατε κάνει λάθος και δε θα επαναλαμβάνατε;
«Για χειρισμό δεν έχω μετανιώσει ποτέ. Για λάθη, φυσικά και έχω μετανιώσει, αλλά δε σκάω κιόλας.
Να διευκρινίσουμε, βέβαια, τι είναι και δεν είναι λάθος. Άμα βγεις και πεις ότι το 30 % των Ελλήνων και Ελληνίδων χρωστάνε στην εφορία, στην ασφάλιση, στις τράπεζες, αντί του 45 % που είναι το σωστό, τότε έκανες λάθος. Αν βγεις και πεις ότι ο τάδε πολιτικός έχει σκοτώσει τη μάνα του και δεν το στηρίζεις πουθενά, τότε δεν είναι λάθος. Είναι κακοήθεια».
ΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΣΤΗΛΗΣ ΩΣ ΤΩΡΑ










