Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου 2026: Πέντε πράξεις πάνω σε αναπάντητα ερωτήματα
Από το αρχείο της Parallaxi στη σκηνή του σήμερα: Ένα νοητό στρογγυλό τραπέζι όπου οι άνθρωποι του θεάτρου συνομιλούν σπάζοντας τη μοναξιά του εγώ
Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου καθιερώθηκε το 1961 από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου (ΔΙΘ), με το πρώτο Μήνυμα να γράφεται από τον Ζαν Κοκτώ το 1962.
Έκτοτε, η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου εορτάζεται στις 27 Μαρτίου (ημέρα έναρξης της σεζόν του «Θεάτρου των Εθνών» το 1962 στο Παρίσι, που σηματοδότησε και τον πρώτο εορτασμό) από την παγκόσμια θεατρική κοινότητα, εκπροσωπώντας μια ευκαιρία υπενθύμισης της ετερότητας αυτής της καλλιτεχνικής έκφρασης και προώθησης του αντίκτυπου που το θέατρο έχει στις σύγχρονες κοινωνίες.
Το ΔΙΘ τιμά κάθε χρόνο αυτή την παγκόσμια γιορτή, καλώντας μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου για τη συγγραφή του Μηνύματος.
Το Μήνυμα μεταφράζεται σε περισσότερες από 40 γλώσσες, προωθείται μέσα από το δίκτυο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και τα Εθνικά του Κέντρα (περισσότερα από 90 Εθνικά Κέντρα και πολλά Συνεργαζόμενα Μέλη) αλλά και θεατρικούς οργανισμούς σε όλο τον κόσμο, ενώ διαβάζεται ενώπιον δεκάδων χιλιάδων θεατών σε όλα τα θέατρα ανά τις πέντε ηπείρους και μεταδίδεται από τα Μ.Μ.Ε σε όλο τον κόσμο.
Από το 1962 έως σήμερα, περισσότερες από 60 σημαίνουσες προσωπικότητες του θεάτρου συνεισέφεραν με τις σκέψεις τους για το θέατρο, τον πολιτισμό και την ειρήνη μέσω των Μηνυμάτων της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.
Με φόντο το μήνυμα του Θεόδωρου Τερζόπουλου, για το 2025, που μιλά για έναν κόσμο «ρομποτοποιημένων υπάρξεων» και «συλλογικών τραυμάτων που αιμορραγούν», αποφάσισα να ανατρέξω στο αρχείο της Parallaxi για το τελευταίο έτος. Αναζήτησα τις συναντήσεις μας με τους ανθρώπους της σκηνής, προσπαθώντας να εντοπίσω το ίχνος που αφήνει το θέατρο στο σήμερα.
Συνήθως, ως δημοσιογράφοι, είμαστε εμείς οι προετοιμασμένοι. Εμείς είμαστε αυτοί που αφουγκραζόμαστε, καθώς θέτουμε τα ερωτήματα και καμιά φορά επιδιώκουμε ακόμα και τον αιφνιδιασμό του συνομιλητή μας. Όμως τώρα, βλέποντας συσσωρευμένα και προσηλωμένα τα λόγια αυτών των ανθρώπων, απομονωμένα από τον χρόνο της συνέντευξης και τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο, ο αιφνιδιασμός επιστρέφει σε μένα: στον συνεντευκτή.
Γιατί;
Γιατί συνειδητοποιώ πως αυτοί οι άνθρωποι, ετεροχρονισμένα και από διαφορετικές αφετηρίες, συνομιλούν. Από την άντληση αποσπασμάτων από συνεντεύξεις διαφορετικών συντακτών της Parallaxi το τελευταίο έτος, προκύπτει το παρακάτω κείμενο, όπου διαπιστώνει κανείς πως:
Υπάρχει ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας, μια αόρατη αλληλουχία σκέψης που διαπερνά το έργο τους. Σε έναν κόσμο που η νέα τάξη πραγμάτων επιβάλλει την αποξένωση, αυτή η διαπίστωση ίσως και να λειτουργεί καταπραϋντικά.
Επιλέγω, λοιπόν, να χτίσω αυτό το αφιέρωμα σε «Πράξεις», όπως συμβαίνει και στη σκηνή. Πρόκειται για θεματικές ενότητες που δεν παραθέτουν απλώς απόψεις, αλλά απαντούν με τον δικό τους τρόπο στο αγωνιώδες μήνυμα που άφησε ο Τερζόπουλος την περασμένη χρονιά.
Μέσα από αυτή την αλληλουχία σκέψης, διαφαίνεται πως εάν κανείς συλλογιστεί πως μια πλειάδα ανθρώπων σε αυτόν τον τόπο εξακολουθεί να αγαπά το θέατρο και να το έχει ως βάση και ως κέντρο του, τότε έχουμε ακόμα κάτι πολύτιμο και κοινό να μοιραστούμε.
Οι φωνές τους ενώνονται για να σπάσουν τη μοναξιά του εγώ και να μας θυμίσουν τη δύναμη του μαζί απέναντι στην αλλοτρίωση και την ηθική απάθεια της εποχής μας.
Ίσως, τελικά, η αξία αυτής της συνάντησης να μην βρίσκεται στα συμπεράσματα, αλλά στην ίδια την απορία. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος στον λόγο του, πρόκειται για «ερωτήματα που δεν επιδέχονται οριστικές απαντήσεις, επειδή το θέατρο υπάρχει και μακροημερεύει χάρη στα αναπάντητα ερωτήματα».
Με αυτά τα ερωτήματα ως μοναδική μας αποσκευή, ξεκινάμε.
Πράξη Α’ ή αλλιώς: Μπορεί ο προβολέας του θεάτρου να φωτίσει το κοινωνικό τραύμα και να πάψει να φωτίζει παραπλανητικά τον εαυτό του;
Άρης Κακλέας
«Σίγουρα χρειαζόμαστε κάτι ώστε να μας ταρακουνήσει και να μας ξυπνήσει. Αλλά νομίζω ότι αυτό δεν είναι τόσο θέμα της τραγικότητας της ανθρώπινης φύσης, αυτής καθαυτής, όσο του συστήματος του οποίου ζούμε. Δηλαδή ένα σύστημα το οποίο κάνει έναν πόλεμο προς την μνήμη και επικροτεί τη λήθη, δηλαδή όσο αναφορά τα καίρια ζητήματα τα οποία αναπαράγονται όλο και περισσότερο.
Μάλιστα επικροτεί και την μοναχικότητα και σε κάνει να αισθάνεσαι όλο και περισσότερο μόνος είναι αυτό ακριβώς το κομμάτι που νιώθεις ότι αδικείσαι αλλά επειδή αυτό δεν επικοινωνείτε με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, αυτή αδικία εντείνει τη μοναξιά σου.
Επομένως, για να βγεις από αυτό τον τρόπο ζωής ο οποίος επιβάλλεται αυτή τη στιγμή στον σύγχρονο άνθρωπο – πρέπει να γίνει κάτι έντονο για να συνειδητοποιήσεις ότι και ο συνάνθρωπος δίπλα μου βιώνει κάτι αντίστοιχο και ότι ίσως αν το συζητήσουμε, αν υπάρξουμε όλοι μαζί σε αυτό μπορούμε να φτιάξουμε ένα καλύτερο μέλλον.»

Λένα Κιτσοπούλου
«Δεν γίνεται να ασχολείσαι με την τέχνη και να μην είσαι ψώνιο, απλώς εγώ πιστεύω ότι το ψώνιο γίνεται εργαλείο όταν παραδέχεσαι την ανασφάλειά σου.
Όταν αναρωτιέσαι για τα πράγματα και όταν δεν είσαι σίγουρος ποτέ για τίποτα.
Αυτό είναι μια ισορροπία πολύ απαραίτητη νομίζω για να καταφέρεις να φτιάξεις ένα έργο τέχνης.
Πρέπει νομίζω να μπορείς με το ένα πόδι πάντα να στέκεσαι απέναντι στον εαυτό σου, πάντα να έχεις και ένα βλέμμα απ’ έξω, πάντα να μπορείς να γελάσεις με αυτό που κάνεις ή να θεωρείς τον εαυτό σου και ένα τίποτα, χωρίς όμως αυτό να σε πειράζει.»

Δημήτρης Καταλειφός
«Βλέπω ότι γίνονται κάποιες ομάδες μικρότερης διάρκειας και υπάρχουν και εδώ και στην Αθήνα, γίνονται κάποιες προσπάθειες. Οι νέοι πάντα παλεύουν για κάτι και μάλιστα υπάρχει μια νέα γενιά ηθοποιών οι οποίοι είναι πάρα πολύ ταλαντούχοι, πιο ενημερωμένοι, πιο κατηρτισμένοι.
Υπάρχει πάρα πολύ ταλέντο στη νέα γενιά, απλώς πια η εποχή είναι τέτοια που οι περισσότεροι αυτό το ταλέντο τους, το διαθέτουν εκεί που πουλάει.
Δεν υπάρχει πια το όραμα να κάνουμε κάτι μαζί, με έναν ρομαντισμό μπας και αλλάξουν τα πράγματα μπας και προσφέρουμε κάτι στον τόπο μας, πιο αξιόλογο. Είναι πια ατομικές κυρίως καριέρες που περιμένουν την οικονομική τους επιβράβευση και όποια άλλη επιβράβευση.
Εμείς όταν κάναμε το Εμπρός και τη Σκηνή ήταν αμέσως μετά την μεταπολίτευση, ο κόσμος ονειρευόταν μια καλύτερη Ελλάδα, πιο δίκαια μετά από την δικτατορία, πιο ελεύθερη, πιο πνευματική.
Όλο αυτό το πράγμα δυστυχώς οδηγήθηκε σε μια τεράστια αποτυχία και οι νέοι άνθρωποι πια δεν εμπιστεύονται την προηγούμενη γενιά. Κοιτάνε κατάματα μια εποχή που έχει πολύ περισσότερο κυνισμό και καθόλου ιδεολογίες.»

Πράξη Β’ ή αλλιώς: Η επιλογή του έργου ως αντίδοτο στον κυνισμό – Μπορεί η σκηνή να κυοφορήσει την αλλαγή που η εποχή αρνείται;
Γλυκερία Καλαϊτζή
«Οι επιλογές των έργων συνήθως έχουν να κάνουν με τα ερεθίσματα που δέχομαι ως άτομο μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που συνεχώς αλλάζει. Το πρώτο φίλτρο επομένως είναι το περιεχόμενο.
Ένα έργο πρέπει να συνομιλεί με το σήμερα, όχι απαραίτητα με την επικαιρότητα, αλλά με το πώς αλλάζει η ζωή μας, η ηθική μας, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό.
Το θέατρο, σύγχρονο ή κλασικό, οφείλει να μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα δεν τολμούμε να πούμε, ή ακόμα και να ομολογήσουμε, στον ίδιο μας τον εαυτό. Αν, επιπλέον, η φόρμα του έργου έχει και μια σκηνική πρόκληση, τότε η έλξη γίνεται διπλή.
Στο σύγχρονο θέατρο, η έννοια της ταύτισης είναι αρκετά παρεξηγημένη, καθώς μοιάζει πολλοί να πιστεύουν ότι όταν την επιδιώκεις, κατά κάποιο τρόπο, κάνεις παλιό θέατρο.
Έτσι, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια επενδύουμε στη φόρμα, προκειμένου να ήμαστε σύγχρονοι αλλά και να εκπλήξουμε τον θεατή. Και πράγματι σε ό,τι αφορά την όψη, βλέπουμε σίγουρα όλο και πιο ανήσυχες, ας τις πούμε, παραστάσεις.»

Χάρης Θώμος
«Για ’μένα το θέατρο είναι πριν από όλα μια ζωντανή συνάντηση γύρω από μια ιστορία, που πολλές φορές δεν τη βλέπουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο, αλλά τη μοιραζόμαστε μέσα στον ίδιο χρόνο και χώρο.
Είναι μια ανθρώπινη σχέση. Μια κοινότητα που δημιουργείται για λίγο και μετά διαλύεται, αλλά στο μεσοδιάστημα έχει υπάρξει πραγματικά
Όσο για το πώς το θέατρο μπορεί να αλλάξει τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι μπορεί να κάνει και τα δύο: Και να κλονίσει κάτι μέσα μας, και να μας μαλακώσει.
Μπορεί να μας κάνει να δούμε αλλιώς, να αναπνεύσουμε λίγο καλύτερα, να ακούσουμε τον άλλον με πιο καθαρό τρόπο. Αυτό που θέλω εγώ να μένει στον θεατή είναι ένας απόηχος της σκηνικής μαγείας, εκείνο το αίσθημα και τη σκέψη που γεννιέται όταν έχουμε ζήσει μαζί κάτι που, με το που τελειώνει, παύει να υπάρχει.
Κι όμως εμείς που ήμασταν εκεί ξέρουμε ότι υπήρξε, ότι μας μετακίνησε. Είναι σαν ένα μικρό κοινό μυστικό. Κι ίσως μέσα από αυτό το μυστικό αλλάζει κάτι. Ίσως όχι θεαματικά, αλλά ουσιαστικά.»

Θάνος Νίκας
«Προσωπικά πιστεύω σ’ ένα χρήσιμο θέατρο, όπου η βασική του δουλειά δεν είναι να παρηγορεί, αλλά να ενοχλεί. Ο θεατής δεν πρέπει να φύγει ήρεμος, αλλά προβληματισμένος το λιγότερο.
Τουλάχιστον εμένα αυτό με αφορά και δεν με ενδιαφέρει να του δείξω τι να πιστέψει, αλλά να τον φέρω μπροστά σε αυτό που αποφεύγει να δει.
Όσο κι αν αυτό που κάνουμε είναι μια διαρκής μετάφραση μιας κατάστασης σε ορισμένο χρόνο, δεν είναι ευθύνη μας να μεταφράζουμε τον πόνο, αλλά να τον παραδίδουμε όπως είναι, ωμό και δύσπεπτο.
Το θέατρο δεν είναι ασφαλής χώρος. Είναι ο χώρος όπου συναντάς αυτό που θα προτιμούσες να αγνοήσεις.
Ο Μπρεχτ έλεγε ότι το θέατρο πρέπει να κάνει το οικείο ξένο. Εγώ προσπαθώ να κάνω το ξένο οικείο – να φέρω αυτό που νομίζουμε ότι είναι μακριά μας, κοντά, τόσο κοντά που να μην μπορούμε να το αγνοήσουμε.
Δεν με ενδιαφέρει να κάνω τον θεατή να συμφωνήσει μαζί μου. Με ενδιαφέρει να τον κάνω να σκεφτεί, να αναρωτηθεί, να αμφισβητήσει ακόμα και τις δικές του βεβαιότητες.»

Φάνης Μουρατίδης
«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει ένας σκηνοθέτης είναι να επιλέξει ένα πολύ καλό έργο, να το κατανοήσει, να ξέρει ότι αυτό αφορά, να θέλει να το επικοινωνήσει, να κάνει το σωστό κάστινγκ και μεταξύ τους να είναι άνθρωποι που θα κάνουν χημεία και θα κάνουν αλληλεπιδράσεις.
Αυτό το δυναμικό που πήρε στα χέρια του να το εκσφενδονίσει στο καλύτερο που θα μπορούσε να παράγει.
Οι ατομικότητές να γίνουν συλλογικότητες και ταυτόχρονα να το φτάσουν εκεί που θα μπορούσε να πάει. Μπορεί βέβαια η ιστορία που διάλεξα να μην αφορά το κοινό.
Αλλά η προσπάθεια μετράει. Φλερτάρουμε με κάτι που δεν ξέρουμε αν θα έχει ανταπόκριση, θα θυσιαστούμε στη δουλειά και στο τέλος μπορεί να μην αφορά. Αυτό είναι το θέατρο.»

Πράξη Γ’ ή αλλιώς: Μπορεί η εύθραυστη αλήθεια του ηθοποιού να αναχαιτίσει την επέλαση της «ρομποτοποιημένης» εποχής μας;
Τάσος Πυργιέρης
«Είναι τιτάνια η προσπάθεια του να είναι κανείς ηθοποιός σήμερα. Εγώ αποφάσισα να πάψω να είμαι ηθοποιός, όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα να ελέγξω κάποιες προβληματικές συμπεριφορές.
Σε αυτή μου την απόφαση συνέδραμε και η δυσκολία εύρεσης εργασίας, στο θέμα του βιοπορισμού κιόλας με έναν τρόπο. Αυτό, τότε, με είχε προβληματίσει πολύ – καθώς όπως γνωρίζετε υπάρχει μια πληθώρα ηθοποιών που βιώνει αυτή την αβεβαιότητα.
Σε γενικότερες γραμμές απλά δεν περνούσα καλά – δεν ήμουν ευχαριστημένος με το επάγγελμα που είχα επιλέξει και τότε πήρα την τύχη στα χέρια μου – επαναπροσδιόρισα την μέχρι πρότινος καλλιτεχνική μου πορεία, και έστρεψα το βλέμμα μου, αφοσιωμένος, σε όλα όσα ήθελα να κάνω εγώ.
Να επιλέγω τα έργα, τους συνεργάτες και τον χώρο που θα παρουσιάσω τη δική μου θεατρική παράσταση κι όχι να είμαι από αυτούς που με επιλέγουν. Να είμαι ένας από αυτούς που επιλέγουν.»

Αγλαΐα Παππά
«Καταρχήν, έχει σημασία ποιοι θα είναι εκεί, ποιοι θα είναι εκείνοι που ορίζουν το πλαίσιο της παράστασης. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Αλλά εξίσου σημαντικό είναι και το αντικείμενο.
Δηλαδή, με τι έργο θα καταπιαστώ. Πολλές φορές δεν στέκονται στο ίδιο ύψος, όμως είναι εξίσου σημαντικά και τα δύο. Και είναι αυτός ένας συνδυασμός που νομίζω ότι είναι σε όλους μας κοινός.
Δηλαδή, αφενός μεν οι άνθρωποι, οι συνεργάτες με τους οποίους θα περάσουμε και ένα μεγάλο κομμάτι μιας περιόδου, γιατί η σχέση στο θέατρο, ξέρετε, είναι ισχυρή σχέση.
Μπορεί μετά να χανόμαστε, αλλά είναι ισχυρή η σχέση που δημιουργείται με τους ανθρώπους που δουλεύεις στο θέατρο και πάνω στη σκηνή και εκτός σκηνής. Και το δεύτερο είναι το ίδιο το έργο. Με γοητεύουν τα μεγάλα έργα, τα ωραία έργα.
Μ’ αρέσει να βυθίζομαι σε αυτά, στο ποιητικό θέατρο. Μ’ αρέσει πάρα πολύ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ακουμπάω με την ίδια στοργή και στο σύγχρονο δραματολόγιο.»

Σταύρος Ζαλμάς
«Εμείς είμαστε όμηροι του ρόλου. Είτε ο συγγραφέας τον αγάπησε τον ψυχισμό του ρόλου είτε όχι, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τον ξεψαχνίσουμε και να χτίσουμε μια οντότητα δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο επάνω στη σκηνή.
Για εμάς η πρώτη ύλη είναι το κείμενο. Πρέπει να είναι μέσα μας απόλυτα δικαιολογημένη η κάθε φράση που λέει ο ήρωας.
Να ξέρουμε ανά πάσα στιγμή τι αισθάνεται αυτή η οντότητα. Βάσει αυτού, υπερασπιζόμαστε ένα συναίσθημα.»

Νίκος Πουρσανίδης
«Όταν ήμουν πιο μικρός και δούλεψα με τον Αγγελόπουλο, με επηρέασε πάρα πολύ αυτός στο πώς αντιμετωπίζω τα πράγματα. Μου έλεγε «πρέπει να έχεις πυρετική σχέση με την ταινία».
Μου έλεγε για αγιογράφους, οι οποίοι νήστευαν για να πάνε να ζωγραφίσουνε, προετοίμαζαν τον εαυτό τους. Δεν λέω κάτι καινούργιο, είναι πάρα πολύ οι ηθοποιοί που δουλεύουν με αυτό τον τρόπο και ακόμα πιο μοναστικά.
Εγώ είμαι και ένας άνθρωπος που έχω και οικογένεια, απλώς είναι κάποιες φορές – κάποιοι ρόλοι που σε μετακινούν και αναγνωρίζεις πως πρέπει να δώσεις περισσότερο βάρος σε αυτούς.»

Χρυσή Μπαχτσεβάνη
«Αισθάνομαι ότι έχω έναν πάρα πολύ έντονο ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο. Τον οποίο μου αρέσει πάρα πολύ να μοιράζομαι με άλλους ανθρώπους. Και να μπορώ να συνομιλήσω μαζί τους. Όχι επειδή παίζω κάτι άλλο.
Γιατί εγώ δεν είμαι κάποια άλλη πάνω στης σκηνή, είμαι ο εαυτός μου που λέει αυτά τα λόγια. Νομίζω ότι αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι ότι έρχομαι σε επαφή με την καρδιά μου και νιώθω αυτό που νιώθουν οι άλλοι όταν τους καταθέτω την ψυχή μου. Ένα μοίρασμα.
Και με τους συναδέλφους, μοιραζόμαστε μια φλούδα ζωής για πάρα πολλούς μήνες. Και γινόμαστε φίλοι. Εμένα οι περισσότεροι είναι φίλοι μου. Πια. Οι άνθρωποι που έχω μοιραστεί τη σκηνή είναι άνθρωποι μου.
Δεν το κάνω ως επάγγελμα. Είναι επάγγελμα, αλλά εγώ μοιράζομαι.»

Πράξη Δ’ ή αλλιώς: Μπορεί η κοινή ανάσα στην πλατεία του θεάτρου να είναι η τελευταία μας άμυνα απέναντι στην ψηφιακή μοναξιά;
Κορίνα Βασιλειάδου
«Θα μου άρεσε πάρα πολύ εάν ο θεατής κατάφερνε να αφεθεί. Αν για λίγο χαλάρωνε τις αντιστάσεις του σε σχέση με την κατανόηση – αφού έχουμε και μια μανία να καταλαβαίνουμε συνεχώς τι συμβαίνει.
Αυτό βέβαια δεν είναι μόνο στο θέατρο, έχουμε μια αγωνία να ξέρουμε, να ελέγχουμε. Αν για λίγο αφηνότανε και ερχότανε μαζί μας σε αυτό το ονείρεμα και σκεφτότανε λίγο μετά πού βρίσκονται ή ποιες είναι αυτές οι ζωές που αξίζει κάποιος να τις αφηγηθεί, αξίζει κάποιος να τις κάνει τραγούδι.
Να αναρωτηθεί λίγο και για τη δική του την ιστορία.»

Αιμίλιος Χειλάκης
«Δεν έχει αλλάξει ποτέ το πρόσημο και για ποιο λόγο κάνουμε θέατρο. Δεν έχει αλλάξει δηλαδή το πρόσημο της συνομιλίας μεταξύ των ανθρώπων μέσω ιστοριών. Γιατί οι ιστορίες είναι αυτές οι οποίες μας βοηθούν να καταλάβουμε τι θέλουμε για το μέλλον, τι συμβαίνει στο παρόν και τι ουσιαστικά κάναμε σωστό ή λάθος στο παρελθόν.
Η ανθρώπινη ιστορία, η ιστορία η λογοτεχνική, η καλλιτεχνική είναι αυτή η οποία μας κάνει καλύτερους ή χειρότερους. Αναρωτιέμαι μερικές φορές, ο Τραμπ μάλλον μόνο action movies πρέπει να έβλεπε. Διαφορετικά, δε μπορεί αυτός ο άνθρωπος, τόσο επιθετικός να αντιλαμβάνεται τα πράγματα μόνο ως «βομβαρδίζω και εξαλείφω από προσώπου γης τον αντίπαλο μου».
Στη τέχνη, επί του πρακτέου εμείς τι κάνουμε; Εδώ είναι το ζήτημα. Πρέπει κάποια στιγμή να αναλάβουμε τα κελεύσματα της τέχνης και πρέπει να τα κάνουμε επόμενη τέχνη, να τα κάνουμε επόμενη ιστορία, να τα κάνουμε επόμενη μας αφήγηση για τους νεότερους, να κάνουμε ένα χτύπημα στην πλάτη για τους παλιότερους, του τύπου «κοιτάξτε, τα ξεχάσαμε αυτά».
Κάτι πρέπει να τα κάνουμε… Εγώ έρχομαι με αυτό το έργο και με την πολύτιμη συνεργασία του Δημήτρη Καμαρωτού, αυτού του τεράστιου μουσικού επί σκηνής, για να θυμίσω την ανάγκη της τέχνης. Αυτό είναι νομίζω το σημαντικότερο που έχει αγκαλιάσει ο κόσμος με πρωτοφανή αγάπη την παράσταση «Μόνος με τον Άμλετ».
Δηλαδή ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το κοινό τη θέση του, είναι πραγματικά σπουδαίος. Δεν είναι μόνο ένας κόσμος ο οποίος βλέπει μια παράσταση, είναι ένας κόσμος που στο τέλος όχι απλά επικροτεί, με έναν τρόπο συμφωνεί και λέει «ναι έλαβα το μήνυμα». Έτσι, ουσιαστικά αυτό συμβαίνει στις παραστάσεις μας.»

Πράξη Ε’ ή αντί επιλόγου: «Πρέπει να είσαι παρών για να κερδίσεις»
Willem Dafoe / Μήνυμα παγκόσμιας ημέρας θεάτρου 2026
«Είμαι ηθοποιός, γνωστός κυρίως ως ηθοποιός κινηματογράφου. Ωστόσο, οι ρίζες μου βρίσκονται βαθιά στο θέατρο. Από το 1977 έως το 2003 ήμουν μέλος του The Wooster Group, δημιουργώντας και ερμηνεύοντας πρωτότυπα έργα στο The Performing Garage της Νέας Υόρκης και περιοδεύοντας σε όλο τον κόσμο.
Έχω επίσης συνεργαστεί με τους Richard Foreman, Robert Wilson και Romeo Castellucci. Τώρα, είμαι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας. Αυτή η θέση, τα γεγονότα στον κόσμο και η επιθυμία μου να επιστρέψω στο θέατρο έχουν διαμορφώσει έντονα την πεποίθησή μου για τη μοναδική θετική δύναμη και σημασία του θεάτρου.
Στο ταπεινό μου ξεκίνημα στο The Wooster Group, έναν θίασο με έδρα τη Νέα Υόρκη, είχαμε συχνά πολύ μικρό κοινό σε ορισμένες από τις παραστάσεις μας.
Συνήθως, ο κανόνας ήταν ότι αν οι ηθοποιοί ήταν περισσότεροι από το κοινό, μπορούσαμε να επιλέξουμε να ακυρώσουμε την παράσταση. Αλλά δεν το κάναμε ποτέ.
Πολλά από τα μέλη του θιάσου δεν είχαν εκπαιδευτεί στο θέατρο, αλλά ήταν άνθρωποι διαφορετικών ειδικοτήτων που συναντήθηκαν για να κάνουν θέατρο, οπότε το «η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί» δεν ήταν πραγματικά το μάντρα μας, ωστόσο αισθανόμασταν υποχρέωση να τηρήσουμε το ραντεβού μας με το κοινό.
Συχνά επίσης κάναμε πρόβες κατά τη διάρκεια της μέρας και το βράδυ παρουσιάζαμε το υλικό ως έργο σε εξέλιξη. Μερικές φορές αφιερώναμε χρόνια ολόκληρα σε μια παράσταση, ενώ συντηρούμασταν οικονομικά κάνοντας περιοδείες με παλαιότερες παραστάσεις.
Το να δουλεύω για χρόνια πάνω σε ένα έργο καταντούσε συχνά κουραστικό για μένα και έβρισκα τις πρόβες κάπως επίπονες, αλλά αυτές οι παραστάσεις των έργων σε εξέλιξη ήταν πάντα συναρπαστικές, ακόμα και αν το μικρό κοινό ήταν μια καταδικαστική ετυμηγορία για το μέγεθος του ενδιαφέροντος για αυτό που κάναμε.
Αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι, ανεξάρτητα από το πόσο μικρό ήταν το κοινό, οι θεατές ως μάρτυρες έδιναν στο θέατρο νόημα και ζωή.
Όπως λένε και οι πινακίδες στις αίθουσες τυχερών παιχνιδιών: «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΡΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ».
Η εμπειρία που μοιραζόμαστε σε πραγματικό χρόνο μιας πράξης δημιουργίας, ακόμα κι αν έχει επενδυθεί μουσικά και σχεδιαστεί σκηνικά αλλά είναι πάντα διαφορετική, είναι οπωσδήποτε η προφανής δύναμη του θεάτρου.
Από κοινωνικής και πολιτικής απόψεως, το θέατρο δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου.
Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι οι νέες τεχνολογίες και τα κοινωνικά δίκτυα, που υπόσχονται σύνδεση, αλλά φαίνεται να έχουν κατακερματίσει και απομονώσει τους ανθρώπους.
Χρησιμοποιώ τον υπολογιστή μου καθημερινά, αν και δεν διαθέτω προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα, έχω αναζητήσει τον εαυτό μου στο Google ως ηθοποιό και έχω συμβουλευτεί την τεχνητή νοημοσύνη για πληροφορίες.
Αλλά θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός αν δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι η ανθρώπινη επαφή κινδυνεύει να αντικατασταθεί από σχέσεις με συσκευές. Ενώ ορισμένες τεχνολογίες είναι πολύ χρήσιμες, το πρόβλημα του να μην γνωρίζουμε ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη του κύκλου επικοινωνίας είναι βαθύ και συμβάλλει σε μια κρίση αλήθειας και πραγματικότητας.
Ενώ το διαδίκτυο μπορεί να εγείρει ερωτήματα, πολύ σπάνια συλλαμβάνει την αίσθηση του θαυμασμού που προκαλεί το θέατρο. Έναν θαυμασμό που βασίζεται στην προσοχή, την εμπλοκή και τη δημιουργία μιας αυθόρμητης κοινότητας μεταξύ αυτών που είναι παρόντες σε έναν κύκλο δράσης και αντίδρασης.
Ως ηθοποιός και θεατρικός δημιουργός, εξακολουθώ να πιστεύω στη δύναμη του θεάτρου.
Σε έναν κόσμο που φαίνεται να γίνεται όλο και πιο διχαστικός, χειραγωγικός και βίαιος, η πρόκληση για εμάς τους ανθρώπους του θεάτρου είναι να αποφύγουμε να φθείρουμε το θέατρο σε μια αποκλειστικά εμπορική επιχείρηση αφιερωμένη στην ψυχαγωγία μέσω της απόσπασης της προσοχής ή σε έναν στεγνό θεματοφύλακα των παραδόσεων, αλλά μάλλον να καλλιεργήσουμε τη δύναμή του να συνδέει ανθρώπους, κοινότητες, πολιτισμούς και πάνω απ’ όλα να αμφισβητεί το πού οδεύουμε…
Το σπουδαίο θέατρο αμφισβητεί τον τρόπο σκέψης μας και μας ενθαρρύνει να φανταστούμε όσα φιλοδοξούμε.
Είμαστε κοινωνικά όντα και βιολογικά προορισμένοι να αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο. Κάθε αισθητήριο όργανο είναι μια πύλη συνεύρεσης και μέσω αυτής της συνεύρεσης καταφέρνουμε να ορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιοι είμαστε.
Μέσω της αφήγησης, της αισθητικής, της γλώσσας, της κίνησης, της σκηνογραφίας, το θέατρο ως ολοκληρωμένη μορφή τέχνης μπορεί να μας κάνει να δούμε τι ήταν, τι είναι και τι θα μπορούσε να είναι ο κόσμος μας.»














