Γιάννης Παντελάκης: «Αναρωτιέμαι αν το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης υπάρχει»
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας απαντά στην Parallaxi για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας
Ανήκουμε στην τυχερή γενιά που πρόλαβε την «Ελευθεροτυπία» ως ένα μέσο ενημέρωσης και έκφρασης της εποχής που έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη της ελληνικής δημοσιογραφίας.
Ο Γιάννης Παντελάκης ήταν μέλος εκείνης της δημοσιογραφικής ομάδας του Σεραφείμ Φυντανίδη που άφησε εποχή. Ήταν πολιτικός συντάκτης, αρχισυντάκτης και αρθρογράφος στην εφημερίδα. Παράλληλα, παρουσιαστής ενημερωτικών εκπομπών στο δημόσιο ραδιόφωνο της ΕΡΤ, αρθρογράφος και διευθυντής σύνταξης αργότερα στην «Εφημερίδα των Συντακτών», πρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του ραδιοφωνικού σταθμού «Αθήνα 9.84», και αρθρογράφος σε αρκετά περιοδικά και ειδησεογραφικές ιστοσελίδες.
Η συγγραφική του δραστηριότητα επίσης αξιοπρόσεκτη:
Έγραψε τα βιβλία ‘’Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας’’ το οποίο διδάσκεται σε Πανεπιστημιακές σχολές δημοσιογραφίας της χώρας μας, το ‘’Los Buenos Antifascistas’’ που αφορά τους Έλληνες και Κύπριους εθελοντές που πήραν μέρος στον Ισπανικό εμφύλιο. Παράλληλα, τη νουβέλα ‘’Για ένα Φανάρι’’ (όλα εκδόσεις Θεμέλιο).
Έχει συμμετάσχει σε δυο συλλογικές εκδόσεις βιβλίων, «Δεν είμαι ρομπότ» (εκδόσεις Θεμέλιο), «Οι τόποι της εξουσίας» (εκδόσεις Παπαδόπουλος) και έχει προλογίσει το βιβλίο «Ο ύπνος της λογικής» (εκδόσεις Νάρκισσος),
Είναι ο σημερινός μας προσκεκλημένος της στήλης μας για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας, απαντώντας στα ερωτήματα που του θέτουμε.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας σήμερα;
«Δύσκολο να ξεχωρίσεις κάποιο, είναι πολλά, σύνθετα και το πιο σημαντικό που συμβαίνει είναι ότι ούτε εμείς οι άνθρωποι των Μέσων Ενημέρωσης δεν μιλάμε για αυτά. Δεν είναι βολικό κάτι τέτοιο. Έχετε ακούσει πολλές συζητήσεις και προβληματισμούς για την υπερσυγκέντρωση των μεγάλων επιρροής ΜΜΕ στα χέρια ελάχιστων οικονομικά ισχυρών επιχειρηματιών;
Έχουμε μιλήσει για το ποιοι άνθρωποι κατέχουν τα Μέσα και με τι εγγυήσεις τα εξαγοράζουν όταν μάλιστα δεν πρόκειται για αμιγώς οικονομικές επιχειρήσεις αλλά για φορείς που επηρεάζουν συχνά καθοριστικά την διαμόρφωση συνειδήσεων και συμπεριφορών και η λειτουργία τους συνδέεται με την δημοκρατία;
Τα ΜΜΕ δεν πουλάνε σαμπουάν ή κονσέρβες. Έχουμε αναρωτηθεί γιατί ένας οικονομικός παράγοντας εξαγοράζει ένα Μέσο δαπανώντας συχνά εκατομμύρια ευρώ από το οποίο δεν προσδοκά άμεσα οικονομικά οφέλη και συνήθως είναι παθητικό; Έχουμε ασχοληθεί συνολικά για τις διασυνδέσεις πολλών Μέσων με την εκτελεστική εξουσία, τις κυβερνήσεις δηλαδή οι οποίες έχουν καταφέρει (ιδιαίτερα η σημερινή ) να επηρεάζουν καθοριστικά πολλά από αυτά;
Νομίζω τελικά πως το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας είναι ότι υπάρχει μια γενικευμένη σιωπή απέναντι σ ένα ιδιαίτερα νεφελώδες τοπίο. Σιωπή και από εμάς τους ανθρώπους που έχουμε εμπλοκή στα ΜΜΕ, σιωπή και από τις πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και από φορείς που όφειλαν να ασχολούνται με όλα αυτά.
Αναρωτιέμαι, για παράδειγμα, αν το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης υπάρχει. Και αν υπάρχει δεν βλέπει όσα συμβαίνουν καθημερινά στις τηλεοράσεις, πως στήνονται τηλεοπτικά δικαστήρια με δημοσιογράφους σε ρόλους δικαστών και εισαγγελέων; Δεν βλέπει πως διασύρονται ιδιωτικές ζωές και χάριν της τηλεθέασης κανιβαλίζονται άνθρωποι;»
Οφείλει ένας δημοσιογράφος να παίρνει θέση για ένα γεγονός; Αν ναι, υπάρχουν εξαιρέσεις, δηλαδή περιπτώσεις που δε θα έπρεπε να το κάνει;
«Οι δημοσιογράφοι προφανώς έχουμε προσωπικές απόψεις και ενδεχομένως αυτές κάποιες φορές να έχουν ενδιαφέρον.
Όμως αυτό που κυρίως συμβαίνει σήμερα είναι η παράθεση ενός γεγονότος μέσα από ένα προσωπικό πρίσμα που συνδέεται με την κομματική, πολιτική θέση του δημοσιογράφου ή ακόμα και με τα συμφέροντα που υπηρετεί ο ιδιοκτήτης ενός Μέσου.
Τα γεγονότα είναι γεγονότα, δεν χωράνε πολλές ερμηνείες, αυτό που χρειάζεται απλά είναι τα δίνουμε στους αποδέκτες τους με πληρότητα και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντικειμενικότητα. Από εκεί και πέρα επαφίεται στους αναγνώστες, ακροατές ή τηλεθεατές να κρίνουν.
Και επειδή και εμείς μπορεί να έχουμε τις δικές μας απόψεις μπορούμε να τις παραθέσουμε δίπλα από την παράθεση των γεγονότων, ξεχωριστά, να είναι κατανοητό ότι πρόκειται για την δική μας ερμηνεία για κάτι που συμβαίνει.
Αυτή είναι μια τίμια δημοσιογραφική στάση όπως τίμιο θα ήταν όταν βάζουμε την υπογραφή μας σ ένα άρθρο γνώμης να γράφαμε αν εργαζόμαστε παράλληλα σε ένα γραφείο τύπου ενός υπουργείου, ένα κόμμα ή μια επιχείρηση. Να γνωρίζει ο αποδέκτης».
Η γραμμή του μέσου ενημέρωσης στο οποίο εργάζεται ένας δημοσιογράφος σε ποιο βαθμό πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται;
«Το ιδεατό θα ήταν να μην τον επηρεάζει αλλά όλοι καταλαβαίνουμε ότι αυτό είναι δύσκολο, όταν ξεκινάς να γράφεις ένα κείμενο γνωρίζεις για ποιο Μέσο το γράφεις και αυτόματα λειτουργεί ακόμα και υποσυνείδητα ενός είδους αυτολογοκρισία.
Ο βαθμός περιορισμού αυτής της αυτολογοκρισίας δείχνει και το περιθώριο ελευθερίας που σου παρέχει το ίδιο το Μέσο. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.
Αν η εφημερίδα ´Έλευθεροτυπία’’ αποτέλεσε ένα σπάνιο, μοναδικό και ιδιαίτερο φαινόμενο στα χρόνια της μεταπολίτευσης αυτό σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στην δυνατότητα που είχαν οι δημοσιογράφοι της να εκφράζονται πιο ελεύθερα και με περιορισμένη την αυτολογοκρισία.
Στην ίδια εφημερίδα έβλεπες δυο εντελώς διαφορετικές απόψεις για το ίδιο ακριβώς θέμα και αυτό ήταν σπουδαίο».

Γιατί η κοινή γνώμη δεν έχει πια την καλύτερη άποψη για το λειτούργημα του δημοσιογράφου;
«Χρειάζονται πολλές χιλιάδες λέξεις για να απαντηθεί αυτό. Η κοινή γνώμη δεν αποτελείται από κάποιους αφελείς ανθρώπους που δεν βλέπουν αυτό που συμβαίνει. Κατανοεί την σχέση των Μέσων με τους ανθρώπους που τα κατέχουν, έχει γίνει αποδέκτης της κίτρινης ή ροζ δημοσιογραφίας, της δημοσιογραφίας σκοπιμότητας ή την στρατευμένη δημοσιογραφία, τον δικό μας ρόλο πολλές φορές.
Παρατηρεί ακόμα τις διασυνδέσεις δημοσιογράφων με την εξουσία. Όταν βλέπουν ότι ένας δημοσιογράφος εκφράζεται ως εκπρόσωπος ενός κόμματος, κατανοεί ότι ακυρώνεται ο ρόλος του ως δημοσιογράφου.
Όταν βλέπει ότι ένας δημοσιογράφος ταυτίζεται απόλυτα με συγκεκριμένα πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα είναι ικανός ο πολίτης να κατανοήσει τι συμβαίνει. Εχουμε δώσει εμείς οι ίδιοι τα δικαιώματα να μην μας θεωρούν έγκυρους σε ότι μεταδίδουμε, δεν φταίει η κοινή γνώμη αλλά εμείς.
Υπάρχει και κάτι άλλο που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην αναξιοπιστία των ΜΜΕ.
Στη χώρα μας σε αντίθεση με άλλες χώρες της Δύσης συμβαίνει κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο, η πλειονότητα των πολιτών δεν ενημερώνεται πια από τα ΜΜΕ της χώρας για όσα συμβαίνουν, αλλά από τα κοινωνικά δίκτυα τα οποία όμως παράλληλα αποτελούν τους μεγαλύτερους φορείς διακίνησης ψεύτικων ή παραποιημένων πληροφοριών.
Ότι έχουν στραφεί οι περισσότεροι στα κοινωνικά δίκτυα για να μάθουν τι συμβαίνει οφείλεται στον χαμηλό δείκτη αξιοπιστίας και εγκυρότητας των ΜΜΕ…».
Πώς προφυλάσσεται ένας δημοσιογράφος από τα fake news;
«Τα fake news έχουν πάψει πια να αποτελούν ένα πρόβλημα μόνο της δημοσιογραφίας αλλά διακινούνται ευρύτερα και απο πολλούς διαφορετικούς φορείς. Ο Τραμπ για παράδειγμα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός πολιτικού και μάλιστα πανίσχυρου ηγέτη ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να μεταφέρει συνειδητά τα μεγαλύτερα fake news, έχει πει ακρότητας, πράγματα αδιανόητα τα οποία δυστυχώς πολλοί τα πιστεύουν.
Δεν είναι εύκολο για τον μέσο πολίτη να υιοθετήσει την εκτίμηση ότι ένας πολιτικός ηγέτης τέτοιου βεληνεκούς μάλιστα μπορεί να ισχυριστεί απόλυτα ψέματα. Και όμως συμβαίνει ακόμα και όταν μεγάλα και έγκυρα ΜΜΕ στις ΗΠΑ καταρρίπτουν συχνά τα fake news του Τράμπ. Σε ότι αφορά το ερώτημα σας, στις ημέρες μας υπάρχουν πολλοί τρόποι να ελέγξει κάποιος την αλήθεια ενός γεγονότος, υπάρχουν τα τεχνητά μέσα για να το κάνουμε.
Όμως, όταν υπάρχει ένας ανταγωνισμός που δεν συνδέεται με την εγκυρότητα μετάδοσης ενός γεγονότος αλλά με την ταχύτητα μετάδοσης του, ποιος δηλαδή θα το μεταδώσει πρώτος, τότε το παιχνίδι χάνεται.
Συχνά βιαζόμαστε να μεταφέρουμε πρώτοι ένα γεγονός λες και αυτό είναι το πιο σημαντικό και δεν αφήνουμε λίγο χρόνο για να το διασταυρώσουμε.
Σε όλα τα μεγάλα έγκυρα ΜΜΕ του εξωτερικού υπάρχουν ειδικά τμήματα που αποτελούνται από ικανούς δημοσιογράφους τα οποία ασχολούνται αποκλειστικά με αυτό το θέμα, τα fake news, να αποκαλύψουν δηλαδή πόσα και ποια γεγονότα από όσα διακινούνται είναι αληθινά ή όχι, γνωρίζετε πολλά Ελληνικά Μέσα να έχουν τμήματα fact checking ;».
Πώς βλέπετε τη σχέση των Social Media και της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη Δημοσιογραφία;
«Τα social media και η τεχνητή νοημοσύνη είναι εξαιρετικά εργαλεία με απίστευτες δυνατότητας, το ζητούμενο είναι πως τα χρησιμοποιεί κάποιος. Μπορούν να είναι εξαιρετικά χρήσιμα για την δημοσιογραφία αλλά αυτό συνδέεται με την χρήση που κάνουμε. Θεωρώ και τα social media και την τεχνητή νοημοσύνη κάποιες σύγχρονες προκλήσεις για την δημοσιογραφία και μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά σε κάποιους τομείς αλλά το κυρίαρχο παραμένει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούμε σε σχέση με αυτά».
Έχετε μετανιώσει για κάποιο χειρισμό σας σε ένα δημοσιογραφικό θέμα και αν ναι τι ήταν αυτό που είχατε κάνει λάθος και δε θα επαναλαμβάνατε;
«Φυσικά έχω κάνει λάθη στην πορεία μου στον χώρο, έχω γράψει ανακρίβειες γιατί βιάστηκα κάποιες φορές ή δεν έδωσα χρόνο για την διασταύρωση μιας πληροφορίας.
Ουδείς αναμάρτητος, αυτό οφείλουμε να το παραδεχτούμε.
Ωστόσο το πρόβλημα δεν είναι οι προσωπικές συμπεριφορές αλλά οι συλλογικές μας αντιδράσεις, η αδυναμία μας να παίξουμε εμείς οι δημοσιογράφοι έναν ουσιαστικό στο καχεκτικό τοπίο που έχει δημιουργηθεί, το γεγονός εν τέλει που έλεγα και στην αρχή αυτής της συζήτησης, ότι δεν μιλάμε καν για όσα συμβαίνουν στον χώρο των ΜΜΕ και έχει οδηγήσει την χώρα μας να βρίσκεται σχεδόν μόνιμα στις τελευταίες θέσεις σε ότι αφορά την αξιοπιστία των Μέσων».
ΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΣΤΗΛΗΣ ΩΣ ΤΩΡΑ















