Θανάσης Κουκάκης: «Με την υπόθεση των υποκλοπών είδαμε την εμπιστοσύνη στη δημοσιογραφία να επιστρέφει»
Υγιής δημοσιογραφία υπάρχει στη μικρή δομή, τη συλλογική ευθύνη και την απόσταση από την ιδιοκτησία, λέει στην Parallaxi
Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να παρακολουθούν τα γεγονότα και να τα μεταφέρουν στο κοινό με συνέπεια.
Τι γίνεται όμως όταν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι παρακολούθουνται και μάλιστα με τρόπο μη νόμιμο από το ίδιο το κράτος;
Ο Θανάσης Κουκάκης είναι δημοσιογράφος που υπήρξε, σύμφωνα με καταγγελίες του, θύμα παρακολουθήσεων από την ΕΥΠ μέσω Predator, εξαιτίας των πληροφοριών που μέσω του ρεπορτάζ του γνώριζε και αποκάλυπτε.
Αντιμετώπισε όμως με δυναμισμό την υπόθεση, προχωρώντας σε νομικές ενέργειες και διεκδικώντας το δίκιο του.
Το πεδίο του είναι το οικονομικό ρεπορτάζ, έχει συνεργαστεί με σημαντικά μέσα της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού, ενώ τώρα τον διαβάζουμε στην ιστοσελίδα Dnews.gr.
Είναι προσκεκλημένος της Parallaxi στη στήλη για την κρίση και το μέλλον της δημοσιογραφίας και οι απαντήσεις του έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας σήμερα;
«Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η δημοσιογραφία απομακρύνεται από την ανάλυση και τη διασταύρωση. Η είδηση παράγεται πλέον σε αφθονία, συχνά χωρίς βάθος, με λογική χαμηλού κόστους και γρήγορης κατανάλωσης.
Η διαρκής πίεση για ταχύτητα και συνεχή ροή έχει οδηγήσει πολλά μέσα σε μια λειτουργία τύπου «γραμμής παραγωγής», εις βάρος της επεξεργασίας και της κατανόησης — κάτι ιδιαίτερα επιζήμιο για την εκπαίδευση του αναγνώστη.
Εξίσου προβληματική είναι και η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ σε περιορισμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Εντείνει τις εξαρτήσεις και, σε συνδυασμό με τη μαζική παραγωγή περιεχομένου, οδηγεί συχνά σε ενημέρωση επιφανειακή, επιλεκτική και, όχι σπάνια, χειραγωγούμενη».
Οφείλει ένας δημοσιογράφος να παίρνει θέση για ένα γεγονός; Υπάρχουν εξαιρέσεις;
«Ως γενικός κανόνας, όταν θίγεται το δημόσιο συμφέρον ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να μένει ουδέτερος∙ έχει υποχρέωση να παίρνει θέση.
Όχι υπέρ προσώπων, συμφερόντων ή ιδεολογιών, αλλά υπέρ της ακρίβειας, της διαφάνειας και της ψύχραιμης, ορθολογικής ανάγνωσης των γεγονότων. Η θέση του οφείλει να είναι αποτέλεσμα του ρεπορτάζ και όχι να προηγείται ή να το κατευθύνει.
Υπάρχουν, ωστόσο, σαφή όρια: όταν μια είδηση βρίσκεται σε εξέλιξη, όταν τα στοιχεία δεν έχουν πλήρως διασταυρωθεί ή όταν υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης της κοινής γνώμης, η αυτοσυγκράτηση συνιστά επαγγελματική ευθύνη.
Στην οικονομική δημοσιογραφία ειδικότερα, την οποία υπηρετώ, ένα πρόωρο ή βεβιασμένο συμπέρασμα μπορεί να αποδειχθεί πιο επιζήμιο από την προσωρινή αποχή από την κρίση.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η «θέση» υποκαθιστά το ρεπορτάζ ή όταν υπαγορεύεται από την ιδιοκτησία και τις πολιτικές ή οικονομικές διασυνδέσεις του μέσου».
Η γραμμή του μέσου ενημέρωσης σε ποιο βαθμό πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο σκέψης του δημοσιογράφου;
«Καθόλου. Μπορεί να επηρεάζει το πλαίσιο, όχι την κρίση. Αν ο δημοσιογράφος αρχίσει να σκέφτεται με βάση το τι «βολεύει» τη γραμμή, τότε παύει να λειτουργεί ως ελεγκτής της εξουσίας και γίνεται μέρος της. Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι πολλοί νέοι δημοσιογράφοι δεν προλαβαίνουν καν να διαμορφώσουν ανεξάρτητη σκέψη μέσα σε αυτό το περιβάλλον πίεσης».
Γιατί η κοινή γνώμη δεν έχει πια την καλύτερη άποψη για το λειτούργημα του δημοσιογράφου;
«Γιατί η εμπιστοσύνη διαβρώθηκε. Γιατί ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι η ενημέρωση δεν είναι ουδέτερη. Βλέπει την επιλεκτική προβολή θεμάτων, την αποσιώπηση άλλων, την ευθυγράμμιση με ισχυρά συμφέροντα. Αυτό γεννά καχυποψία και απαξίωση.
Παρ’ όλα αυτά, όταν αποκαλύπτονται σοβαρές υποθέσεις από μικρές δημοσιογραφικές ερευνητικές ομάδες, η εμπιστοσύνη επιστρέφει. Το είδαμε στην υπόθεση των υποκλοπών. Το βλέπουμε και σε άλλες περιπτώσεις. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι η δημοσιογραφία, αλλά το ποιος και πώς την ασκεί».

Πώς προφυλάσσεται ένας δημοσιογράφος από τα fake news;
«Ο μόνος πραγματικός τρόπος προστασίας είναι η αυστηρή διασταύρωση και η αξιολόγηση της εγκυρότητας των πηγών. Κάθε πληροφορία πρέπει να επιβεβαιώνεται από περισσότερες της μίας, ανεξάρτητες μεταξύ τους πηγές, με σαφή γνώση του ποιος μιλά, γιατί μιλά και τι μπορεί να κερδίζει.
Η ανώνυμη προέλευση μιας είδηση δεν είναι λόγος απόρριψής της, αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυξημένη καχυποψία και πρόσθετο έλεγχο.
Εξίσου κρίσιμη είναι η γνώση του αντικειμένου: ένας δημοσιογράφος που κατανοεί τα δεδομένα, τους αριθμούς και το πλαίσιο, μπορεί να εντοπίσει πιο εύκολα την παραπληροφόρηση.
Οπότε χρειάζεται δια βίου εκπαίδευση και επιμόρφωση.
Τέλος, η μεγαλύτερη άμυνα απέναντι στα fake news είναι η επαγγελματική αυτοσυγκράτηση — το να μην δημοσιεύεις κάτι αν δεν είσαι απολύτως βέβαιος για την αξιοπιστία του, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αργήσεις».
Πώς βλέπετε τη σχέση των Social Media και της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη Δημοσιογραφία;
«Η σχέση των social media και της τεχνητής νοημοσύνης με τη δημοσιογραφία συνιστά σήμερα μια βαθιά διαρθρωτική μεταβολή του ενημερωτικού οικοσυστήματος.
Τα social media αποτελούν πλέον τον κυρίαρχο δίαυλο ανακάλυψης ειδήσεων, ιδιαίτερα για τις νεότερες ηλικιακές ομάδες, μεταβάλλοντας ριζικά τους όρους διανομής, την ατζέντα και την ιεράρχηση της πληροφορίας.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εξάρτηση των μέσων από αλγοριθμικά συστήματα, τα οποία συχνά ευνοούν την ταχύτητα και την απήχηση έναντι της εμβάθυνσης.
Η τεχνητή νοημοσύνη, από την άλλη, λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι. Τι εννοώ.
Από τη μία πλευρά, αυτοματοποιεί ρουτίνες, ενισχύει την ανάλυση δεδομένων και απελευθερώνει χρόνο για ουσιαστική δημοσιογραφία. Από την άλλη, επιταχύνει το φαινόμενο του zero-click news και απειλεί τη βιωσιμότητα των μέσων αν χρησιμοποιηθεί μόνο για όγκο.
Αν και πρόκειται πλέον για «φιλοσοφική συζήτηση» η θέση μου είναι πως ούτε τα social media ούτε το ΑΙ πρέπει να ορίζουν τη δημοσιογραφία. Αν δεν υπηρετούν την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και τη σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό , υπονομεύουν το ίδιο το επάγγελμα και το τελικό προϊόν της δημοσιογραφικής εργασίας».
Έχετε μετανιώσει για κάποιο χειρισμό σας;
«Ναι. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμπιστεύτηκα περισσότερο το «θεσμικό πλαίσιο» μέσα στο οποίο εργαζόμουν παρά το ένστικτο της δημοσιογραφικής αμφισβήτησης. Δεν αμφισβήτησα αρκετά, δεν επέμεινα όσο έπρεπε.
Σήμερα πιστεύω ότι η πιο υγιής δημοσιογραφία γίνεται εκεί όπου υπάρχει μικρή δομή, συλλογική ευθύνη και απόσταση από την ιδιοκτησία. Αν κάτι δεν θα επαναλάμβανα, είναι η σιωπηλή αποδοχή των ορίων που θέτουν άλλοι».
ΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΣΤΗΛΗΣ ΩΣ ΤΩΡΑ
















