14 αρχοντικά στη γειτονιά των Εξοχών αφηγούνται την πιο κοσμοπολίτικη εποχή της Θεσσαλονίκης
Ένα οδοιπορικό στις διατηρητέες βίλες της Βασιλίσσης Όλγας που άντεξαν στο χρόνο, φωτίζοντας την ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης
Ανάμεσα στις πολυκατοικίες που περικυκλώνουν τη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, στέκουν μερικά εντυπωσιακά κτίρια που ανήκουν σε μία άλλη εποχή.
Είναι τα εναπομείναντα αρχοντικά της Συνοικίας των Εξοχών, που αποτυπώνουν τον πλούτο και την αισθητική μιας περιόδου που σημάδεψε τη φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης.
Με διαφορετικά στυλ, ξεχωριστές ιστορίες και σπουδαίους ιδιοκτήτες, εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της πόλης και πολύτιμα δείγματα της αρχιτεκτονικής ακμής που γνώρισε η Θεσσαλονίκη, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Η Συνοικία των Εξοχών
«Πύργοι» ή «Εξοχές», ήταν οι ονομασίες με τις οποίες ήταν ευρύτερα γνωστή η περιοχή έξω από τα νοτιοανατολικά τείχη της πόλης. Ως ιδιαίτερη συνοικία με το όνομα Χαμιδιέ, προς τιμή του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β’, αναφέρεται για πρώτη φορά στα φορολογικά βιβλία του οθωμανικού Δημοσίου, το 1885.
Η ονομασία «Εξοχές» οφείλεται στην περιορισμένη δόμηση της συνοικίας, στην ύπαρξη μεγάλου αριθμού αγροτικών εκτάσεων και στον ημιμόνιμο χαρακτήρα της κατοικίας. ΄Οσον αφορά τούς «Πύργους», δεν ήταν παρά μικρής αξίας και έκτασης κτίσματα με κάποια οχυρωματική δόμηση ή διάταξη, που χρησίμευαν ως θερινές κατοικίες καθώς και για τη διαμονή αυτών που ασχολούνταν με την καλλιέργεια των κτημάτων.
Η κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών το 1889 και η χάραξη της λεωφόρου Χαμιδιέ εξασφαλίζουν την άρση των φυσικών εμποδίων για την επέκταση της πόλης προς τα ανατολικά. Η συγκοινωνιακή σύνδεση της συνοικίας με ιππήλατο τραμ το 1892, καθώς και οι έντονες στεγαστικές ανάγκες που δημιουργούνται μετά την πυρκαγιά του 1890, θέτουν τις βάσεις για την περαιτέρω εξέλιξη της συνοικίας.
Στις Εξοχές, η εγκατάσταση των κατοίκων δεν ακολούθησε το χωρικό διαχωρισμό της εντός των τειχών πόλης, ανά εθνική – θρησκευτική κοινότητα, αλλά υπάκουε σε αλλά κριτήρια καθαρά οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα.
Οι συνθήκες είναι ευνοϊκότερες για την ανέγερση νέων τύπων κατοικίας, προσαρμοσμένων στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, ενώ η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ιδιοκτητών υπαγορεύουν το μέγεθος και την επιλογή της μορφής.
Η εγκατάστασή τούς στις Εξοχές και κυρίως κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου, σε “μέγαρα μεγαλοπρεπέστατα”, είναι ιδιαίτερης σημασίας για την κοινωνική τους θέση και προβολή.
Διαβάστε περισσότερα για τη Συνοικία των Εξοχών:
Τα «αρχιτεκτονικά διαμάντια» που θα συναντήσεις στην Βασιλίσσης Όλγας:
Βίλα Μορντώχ
Η Βίλα Μορντώχ βρίσκεται στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας με Μαρτίου και ξεχωρίζει ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες της πυκνοκατοικημένης περιοχής.
Ο αρχιτέκτονας της Βίλας Μορντώχ είναι ο Ξενοφώντας Παιονίδης. Το κτίριο οικοδομήθηκε το 1905, προκειμένου να κατοικήσει εκεί ο Τούρκος μέραρχος Σεϊφουλάχ Πασά, όμως το 1923 πουλήθηκε στους αδελφούς Σαλώμ και στη συνέχεια πέρασε στην ιδιοκτησία του Σαμουήλ Μορντώχ – στον οποίο οφείλει και το όνομα της. Κατοικήθηκε από την οικογένεια Μορντώχ μέχρι το 1940. Έπειτα, το κτίριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε για την στέγαση της ΓΚΕΣΤΑΠΟ.
Μετά το τέλος του πολέμου, δεν επιστράφηκε στη χήρα Μορντώχ, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιείται από το ελληνικό κράτος ως αστυνομικό τμήμα και ελληνική βασιλική αεροπορία. Η ιδιοκτήτρια έδωσε δικαστική μάχη για να κερδίσει πίσω το ακίνητό της. Αφού απέκτησε την κυριότητα, το πούλησε στο ΙΚΑ, το 1952. Χρησιμοποιήθηκε ως πολυϊατρείο μέχρι το 1972.

Στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα. Έπειτα για αρκετά χρόνια έμεινε εγκαταλελειμμένο και λειτούργησε το 1986 ως Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης. Από τις αρχές του 2013 στεγάζει τις υπηρεσίες του Ε’ διαμερίσματος Θεσσαλονίκης και του Οργανισμού Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης.

*Βίλα Μορντώχ, Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 162, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Αλλατίνη

Η Βίλα Αλλατίνη χτίστηκε πριν το 1888, σε σχέδια του Ιταλού Βιταλιάνο Ποζέλι, ως εξοχική κατοικία του Ιταλοεβραίου Καρόλου Αλλατίνη, γιου του γιατρού Μωυσή Αλλατίνη. Ο ίδιος διάσημος αρχιτέκτονας της εποχής σχεδίασε και τους Μύλους της οικογένειας Αλλατίνι, που εγκαινιάστηκαν το 1890.
Στη βίλα Αλλατίνη γίνονταν οι πρώτες δεξιώσεις που αποτελούσαν τα πιο σημαντικά κοσμικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τις αναφορές του δημοσιογράφου Πάουλ Λίνταου, ο ίδιος είχε βρεθεί σε μια από τις δεξιώσεις αυτές. Ήταν ένα από τα πιο ξακουστά πάρτι της πόλης. Σε όλο τον κήπο της βίλας Αλλατίνη ήταν κρεμασμένα φαναράκια, ενώ κάθε επισκέπτη υποδέχονταν ένας υπηρέτης που φρόντιζε τα πάντα για τον καλεσμένο, από το πού θα καθήσει, μέχρι τι θα του σερβίρει. Υπάρχει πλήθος αναφορών για τα πολυτελή ενδύματα των μελών της οικογένειας και των προσκεκλημένων, ενώ εντύπωση προκαλούσαν τα πολυτελή χαλιά στον χώρο υποδοχής του κτιρίου, τα πολύχρωμα βιτρό και τα στοιχεία της διακόσμησης. Όλα τα παραπάνω συνέβαιναν την περίοδο της οθωμανικής κατοχής.

Η οικογένεια εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη, το 1909, λίγο πριν ξεσπάσει ο ιταλοτουρκικός πόλεμος που έπληξε ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις της. Αμέσως μετά, η βίλα κατοικήθηκε από τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ, ο οποίος έζησε εκεί μαζί με την οικογένειά του και το χαρέμι του σε κατ’ οίκον, όμως περιορισμό που του επιβλήθηκε μετά την επικράτηση του κινήματος των Νεότουρκων.

Μετά το 1912, η βίλα Αλλατίνη, που διατήρησε το ιταλικής καταγωγής όνομα, εξελληνισμένο όμως ως προς την κατάληξη, φιλοξένησε το στρατιωτικό νοσοκομείο – και το 1926, το νεοϊδρυθέν τότε Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, με 15 καθηγητές και 40 φοιτητές.
Όταν το Πανεπιστήμιο μεταστεγάστηκε στο σημερινό campus, ένα χρόνο μετά στη βίλλα εγκαταστάθηκε μια μονάδα υγειονομικού και στον πόλεμο χρησιμοποιήθηκε ως μονάδα στρατιωτικού Νοσοκομείου. Το 1937 έγιναν επισκευές και προστέθηκαν 2 πτέρυγες εκατέρωθεν του κεντρικού κτιρίου. Από το 1948, μετά την επισκευή λόγω των βλαβών που υπέστη στα χρόνια του πολέμου, αξιοποιήθηκε ως παράρτημα του στρατιωτικού νοσοκομείου 424. Δυστυχώς από τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο της βίλλας δεν διασώθηκε τίποτα και ο ζωγραφικός διάκοσμος των οροφών καταστράφηκε μετά τον σεισμό του 1978 και τις επεμβάσεις που έγιναν για την αποκατάσταση των βλαβών. Δείγματα του διακόσμου σώζονται μόνο σε 2 αίθουσες του 2ου ορόφου. Το 1977 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο.
Από το 1978 οπότε και μεταβιβάστηκε στο ελληνικό υπουργείο Εσωτερικών και για 31 χρόνια στέγασε τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Από το 2010 στεγάζει την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
*Βίλα Αλλατίνη (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 198, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Καπαντζή

Η Βίλα Μεχμέτ Καπαντζή, το κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται το Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, βρίσκεται στη συνοικία των Εξοχών, το κομψό προάστιο των τελών του 19ου αιώνα.
Σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα τον Πιέρρο Αρριγκόνι. Σε κάτοψη, αποτελείται από δέκα κύριους χώρους, οι εννέα από τους οποίους θα μπορούσε να εννοηθεί πως σχηματίζουν ένα οκτάκτινο αστέρι που διατάσσεται γύρω από έναν κεντρικό πυρήνα, που αποτελείται από τη μεγάλη, περίπου ωοειδή αίθουσα κάθε ορόφου.

Ο δέκατος χώρος ξεφεύγει από αυτή την κανονικότητα και σχηματίζει ένα προσάρτημα στο βασικό σχήμα του κτιρίου: τον πύργο. Θρυλείται πως ο πύργος είναι μεταγενέστερος του βασικού κτιρίου, πως δήθεν ο Μεχμέτ ζήλεψε τη δόξα της βίλας του αδερφού του και έβαλε να προσθέσουν τον πύργο εκ των υστέρων, αλλά κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται, καθότι η βίλα του Αχμέτ χτίστηκε αργότερα, το 1903, ενώ χάρτες του 1898- 99 εμφανίζουν ήδη τη βίλα του Μεχμέτ πλήρη, με τον πύργο στη θέση του.

Στο κτίριο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, εγκαταστάθηκε ο πρίγκιπας Νικόλαος, ο πρώτος στρατιωτικός διοικητής της πόλης. Το 1917, διέμενε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και μέχρι το 1928, στα δωμάτια του κτιρίου στεγάστηκαν προσφυγικές οικογένειες, ενώ το 1928 το κτίριο περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας, ως ανταλλάξιμη περιουσία.
Το 1938 στο κτίριο στεγάστηκε το Ε΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Το 1940 επιτάχθηκε από τον στρατό και λειτούργησε ως στρατιωτικό αρτοποιείο ενώ μετά την απελευθέρωση, έως το καλοκαίρι του 1945, εγκαταστάθηκαν στο κτίριο βρετανικές στρατιωτικές αρχές. Έκτοτε και μέχρι το 1972 στέγασε και πάλι το Ε’ Γυμνάσιο. Σήμερα χάρη στην Εθνική τράπεζα, η οποία το αποκατέστησε πλήρως, φιλοξενεί εκθέσεις τέχνης και πολιτιστικά γεγονότα, μιας και αποτελεί την έδρα του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας.
*Βίλα Μεχμέτ Καπαντζή (ΜΙΕΤ), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 108, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Αχμέτ Καπαντζή

Λίγο πιο πέρα, από την άλλη πλευρά του δρόμου, βρίσκεται η Βίλα των αδερφών του Μεχμέτ, Αχμέτ και Γιουσούφ Καπαντζή. Η συγκεκριμένη βίλα χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και σχεδιάστηκε ομοίως από τον αρχιτέκτονα Πιέρρο Αρριγκόνι.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, τα περισσότερα μέλη της οικογένειας Καπαντζή έφυγαν από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Όμως ο γιός του Αχμέτ, παρέμεινε για περισσότερα από δέκα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, επειδή είχε γιουγκοσλαβική υπηκοότητα και κατοικούσε με την οικογένειά του στον πρώτο όροφο της βίλας.
Η βίλα Αχμέτ Καπαντζή στη διάρκεια της Κατοχής χρησιμοποιήθηκε από την Γκεστάπο. Μετά τον πόλεμο και την κατοχή, χρησιμοποιήθηκε εκ νέου από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό για να στεγάσει τις υγειονομικές του υπηρεσίες. Στη συνέχεια από το 1954 και για περίπου είκοσι χρόνια στέγασε υπηρεσίες του ΝΑΤΟ στη Θεσσαλονίκη. Μετά από πολλά χρόνια, ανακαινίστηκε και στέγασε αρχικά τον Οργανισμό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης. Τελικά πουλήθηκε το 2014 στον Ιβάν Σαββίδη.

*Βίλα Αχμέτ και Γιουσούφ Καπαντζή (πρώην κτίριο ΝΑΤΟ), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 105, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Σαλέμ

Η έπαυλη Σαλέμ χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη, το 1878, κατά παραγγελία του πλούσιου εβραίου εμπόρου γαλλικής υπηκοότητας, Τζεμποργά. Το 1886 αγοράζεται από την Άννα, κόρη του Ζορζ Έβελμαν ή Όλμαν, ελβετικής υπηκοότητας.
Το 1894 αγοράζεται από τον πιο γνωστό δικηγόρο της πόλης και εξέχον μέλος της Εβραϊκής Κοινότητας, δικηγόρο, Εμμανουέλ Ραφαήλ Σαλέμ. Η οικογένεια Σαλέμ ανήκει στο μεγάλο κύμα των εβραίων εξόριστων από την Ισπανία και τις καθολικές χώρες που κατά δεκάδες χιλιάδες συρρέουν στην Θεσσαλονίκη, τους λεγόμενους Σεφαραδίτες. Στις αρχές του αιώνα μισθώνεται από την Ιταλική κυβέρνηση, η οποία το αγοράζει το 1924, από τον πλέον κάτοικο Παρισιού, Ε. Σαλέμ.
Η έπαυλη αναπτύσσεται σε 3 ορόφους στο κέντρο ενός ανθόκηπου που έχει μετατραπεί σήμερα σε ζούγκλα και θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα του νεομπαρόκ εκλεκτικισμού που κυριαρχεί τότε στην πόλη. Από το 1915 και για πολλά χρόνια στεγάζεται εκεί το Ιταλικό Προξενείο της πόλης. Μετά το σεισμό του 1978 εγκαταλείπεται παρόλο που το κτίριο δεν παρουσιάζει στατικές βλάβες.
Το προξενείο μεταφέρεται στο κτιριακό συγκρότημα των ιταλικών Monopoli di Stato και του Ιταλικού Ινστιτούτου που κατασκευάζεται μετά την κατεδάφιση της Βίλας Ιντας επί της οδού Φλέμινγκ (πρώην Οδός Μιζραχή) με Όλγας. Το 1984 πραγματοποιούνται μερικές εργασίες συντήρησης και έκτοτε παραμένει σε εγκατάλειψη.

Μάλιστα, το διατηρητέο έγινε poster promotion για την τρίτη σεζόν της διάσημης σειράς American Horror story.
Τον Μάιο του 2019, η ιστορία της πώλησης της ιστορικής έπαυλης είχε επιτέλους ευτυχή κατάληξη. Στην δημοπρασία που διενεργήθηκε τότε ενδιαφέρον εκδήλωσε το Ίδρυμα Ωνάση που πλειοδότησε με 2,2 εκ. ευρώ και η βίλα πέρασε τελικά στα χέρια Θεσσαλονικιών επιχειρηματιών με προσφορά που έφτασε σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες μας τα 2,9 εκ. ευρώ. Οι νέοι ιδιοκτήτες, επιφανείς επιχειρηματίες της πόλης, θα αναλάβουν την συντήρηση της και τη μετατροπή της σύμφωνα με πληροφορίες της parallaxi σε boutique hotel. Ακόμη δεν υπάρχει κάποια εξέλιξη και το κτίριο βρίσκεται σε τραγική κατάσταση.
*Βίλα Σαλέμ, Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 22, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Έπαυλη Οσμάν Αλή Βέη

Η Οικία Οσμάν Αλή Μπέη χτίστηκε το 1896, σε σχέδια του Frederic Charnot για να στεγάσει τον Οσμάν Αλή Μπέη.
Το 1908 εξαγοράζεται από το Βουλγαρικό κράτος, το 1913 φιλοξενείται ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Β’ και από το 1914 λειτουργεί εκεί το Βουλγαρικό προξενείο. Το 1915, επιτάσσεται από τους Συμμάχους οι οποίοι βγάζουν σε πλειστηριασμό τα έπιπλα και καταστρέφουν το βουλγαρικό αρχείο.

Μετά την ήττα των Βούλγαρων και την αποχώρηση τους από την Θεσσαλονίκη, το κτίριο στέγασε το ορφανοτροφείο Μέλισσα, που φιλοξένησε παιδιά προερχόμενα από την Μικρασιατική Καταστροφή. Στο διάστημα 1941-1945 το κτίριο καταλαμβάνεται από ξένους εισβολείς, αλλά με την λήξη του Β’ Παγκοσμίου, τα παιδιά επιστρέφουν στο κτίριο.
Ο σεισμός του 1978 προκαλεί μεγάλες ζημιές στο οίκημα και το ορφανοτροφείο μεταφέρεται μόνιμα πλέον σε άλλο χώρο. Εν τω μεταξύ, έχει ήδη πουληθεί στο Ελληνικό κράτος, το οποίο και το αφήνει έρμαιο στα χέρια καταληψιών.
Οι καταληψίες προκαλούν σοβαρές φθορές στο κτίριο, το οποίο ευτυχώς αποκαθίσταται το 1998 και επαναλειτουργεί πλέον ως Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών. Χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το 1977.
*Οικία Οσμάν Αλή Μπέη (πρώην ορφανοτροφείο Μέλισσα, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 36, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Οικία Χασάν Πριστίνα
Η οικία Χασάν Πριστίνα χτίστηκε το 1907 για τους κληρονόμους του Αχμέτ Εφέντη (Χασάν Ταχσίν, Ομάρ Φεβζή, Γιακούπ Νετζήπ και την μητέρα τους Νετζιμπέ) από τον μεγάλο Έλληνα αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη. Το 1924 αγοράστηκε από τον αυτοεξόριστο Αλβανό Χασάν Πρίστινα (Χασάν Μπέη).
Ο Αλβανός πολιτικός που είχε διατελέσει και πρωθυπουργός της χώρας του για πέντε ημέρες, δολοφονήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1933, από πολιτικούς του αντιπάλους. Το 1939, ο Ομέρ Πρίστινα, μοναδικός πια, κληρονόμος της οικογένειας εγκαθίσταται στα Τίρανα και μετά τον θάνατό του το 1941.

Το 1946, περιέρχεται στην διαχείριση του Ελληνικού Δημοσίου, εκτός από το 1/3 (το μερίδιο του Χασάν Μπέη που ήταν υποθηκευμένο στην Τράπεζα της Ανατολής). Χρησιμοποιήθηκε ως Εκπαιδευτήρια Κωνσταντινίδη (1910-1935) και ως βρεφοκομείο από το Ίδρυμα Άγιος Στυλιανός (1936-1941) και στον Β Παγκόσμιο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς.
Η οικία πέρασε στα χέρια της Σχολής Τυφλών το 1948 και παραμένει μέχρι και σήμερα παρά τους κινδύνους που αντιμετώπισε το 2011 κυρίως.
*Οικία Χασάν Πριστίνα (Σχολή Τυφλών), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 32, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Μοδιάνο
Η Έπαυλη Μοδιάνο, νυν Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας –Θράκης, αναπόσπαστο κομμάτι της περίφημης συνοικίας των Εξοχών, χτίζεται στις αρχές του 20ου αι. για λογαριασμό του Γιακό Μοδιάνο, γνωστού τραπεζίτη, γόνου μιας από τις πιο δυνατές οικογένειες της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης.
Το κτίριο είναι γνωστό και με το όνομα «Παλαιό Κυβερνείο» μιας και φιλοξενούσε τον εκάστοτε Διοικητή Μακεδονίας και αργότερα τον Υπουργό Βορείου Ελλάδος.

Ως κατοικία των Μοδιάνο το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα: το 1913, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, αγοράστηκε από το ελληνικό δημόσιο και παραχωρήθηκε στη βασιλική οικογένεια, κατόπιν στο Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, για να ξαναγίνει ανάκτορο για τον Γεώργιο Β΄, ο οποίος πρόσθεσε το 1937 το φυλάκιο στην ανατολική όψη. Κατά τη διάρκεια των επόμενων χρόνων εγκαταστάθηκαν εκεί διαδοχικά η Στρατιωτική Ιατρική Σχολή κι έπειτα η Ιερατική Σχολή. Τέλος, το 1970 ο Υπουργός Βορείου Ελλάδος παραχωρεί το κτίριο στο Λαογραφικό κι Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας.

Από το 1980 το κτίριο του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου είναι κηρυγμένο ως διατηρητέο μαζί με τον αύλειο χώρο του και στεγάζει μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις του ιδρύματος. Επίσης, διαθέτει βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο, αλλά και αίθουσες όπου φιλοξενούνται εκπαιδευτικά προγράμματα του μουσείου. Ο κήπος του Μουσείου έκτασης 2500 τ.μ., ο μισός σχεδόν της αρχικής ιδιοκτησίας της έπαυλης Μοδιάνο, παραμένει ένας από τούς λίγους μεγάλους αύλειους χώρους της περιαστικής Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα.
*Βίλα Μοδιάνο (Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας –Θράκης), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 3-5, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Έπαυλη Χατζημησέφ
Η Έπαυλη Χατζημησέφ χτίστηκε μεταξύ 1890-1896, για τον Βούλγαρο έμπορο Θεόδωρο Χατζημήσεφ, αδελφό του Ιωσήφ Χατζημήσεφ. Το 1921, μεταφέρεται εκεί το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων, το παλαιότερο γυμνάσιο της πόλης και το κτίριο από το 1928 ανήκει στο Δημόσιο. Το 1934 περνάει στην ιδιοκτησία του Σχολικού Ταμείου του Γυμνασίου και το 1960 το Γυμνάσιο επεκτείνεται και στο διπλανό κτίριο, του Ιωσήφ Χατζημήσεφ. Το 1978, μετά τον σεισμό της Θεσσαλονίκης, κρίνεται ακατάλληλο και εγκαταλείπεται για τουλάχιστον 20 χρόνια. Το 1997, με την ευκαιρία της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας αποκαθίσταται και επαναλειτουργεί.
Το συγκεκριμένο κτίριο όμως κρύβει και μια συγκλονιστική ιστορία. Στις 8 Απριλίου 1943, 149 Εβραίοι μαθητές του Γυμνασίου μεταφέρθηκαν με τις οικογένειές τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Από τους 149, 4 κατάφεραν να σωθούν παραμένοντας κρυμμένοι στην Θεσσαλονίκη και μόλις 2 επέστρεψαν από τα στρατόπεδα…
Πρόσφατα, τοποθετήθηκαν έξω από το Γυμνάσιο οι λεγόμενες Stolperstein, μπρούτζινες πλάκες που αναγράφουν τα ονόματα των δολοφονηθέντων μαθητών. Οι Stolperstein, τοποθετούνται σε σημεία μνήμης της κτηνωδίας των Ναζί σε ολόκληρη την Ευρώπη και έχουν σχεδιαστεί από τον Γερμανό καλλιτέχνη Gunter Demnig. Ο άνθρωπος ωστόσο που κίνησε την διαδικασία για την τοποθέτηση των πλακών στο Α΄ Γυμνάσιο ονομάζεται Απόστολος Δερεκλής και είναι και ο ίδιος απόφοιτος του Γυμνασίου.
Επίσης, μπροστά στο Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων, δολοφονήθηκε τον Μάρτιο του 1913, ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄. Ο βασιλιάς διέμενε την εποχή εκείνη, στην έπαυλη Χατζηλαζάρου (δεν υπάρχει πλέον,στην οδό Κριεζώτου) και καθημερινά έκανε την βόλτα του πεζός.
*Έπαυλη Χατζημησέφ (Α’ Γυμνάσιο Αρρένων), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 5, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Casa Bianca

H Casa Bianca χτίστηκε το 1912-1913, σε σχέδια Πιέρρο Αρριγκόνι, και οφείλει την ονομασία της στη σύζυγο του Εβραίου Ντίνο Φερνάντεζ, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στο χώρο της ζυθοποιίας, Ελβετίδα Blanche ή Bianca κόρη του Λεών ντε Μάγιερ. Ένας αστικός μύθος λέει πως η πολυτελής αυτή βίλα ήταν το γαμήλιο δώρο του Ντίνο Φερνάντεζ στη Bianca, ενώ το κτίριο επίσης ήταν γνωστό και ως Villa Blanche, Villa Bianca αλλά και ως Villa Fernandez.
Κάνανε τρία παιδιά την Αλίν, την Νίνα και τον Πέτρο ή Pierre, φαίνεται πως έζησαν πολύ όμορφες εποχές στο αρχοντικό. Διοργάνωναν λαμπρές εκδηλώσεις με καλεσμένους διακεκριμένους Θεσσαλονικείς όπου ανάμεσά τους ήταν συχνά και ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος αλλά και ο βασιλιάς Γεωργίος Α΄.

Μια από τις πιο ρομαντικές ιστορίες της πόλης συσχετίζεται με τη μεγάλη κόρη της οικογενείας, την Αλίν, η οποία κάποια στιγμή, ενώ επέβαινε στο τραμ, λόγω ζέστης λιποθυμάει. Την συνεφέρει ο Σπύρος Αλιμπέρτης, Έλληνας αξιωματικός που άνηκε στον ελληνικό στρατό που απελευθέρωσε την πόλη. Ερωτεύονται κεραυνοβόλα, την πάει στο σπίτι της στην Casa Bianca, αλλά οι μικτοί γάμοι τότε απαγορεύονται και ο Ντίνο Φερνάντεζ τους απαγορεύει να είναι μαζί. Έτσι κλέβονται και οι δυο τους εγκαταλείπουν την πόλη.
Η Casa Bianca επιτάχθηκε από τους κατακτητές και ο επάνω όροφος χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του Ιταλού προξένου. Μετά τον πόλεμο, ο Αλιμπέρτης και η Αλίν επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη βρήκαν το κτίσμα σε άθλια κατάσταση και αναγκάστηκαν να μείνουν στο ισόγειο που είχε υποστεί τις λιγότερες ζημιές.

Κατά τη δεκαετία του ’60, στον πρώτο όροφο της έπαυλης λειτούργησε νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο. Το 1976 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Εκ τότε, χρονολογείται και η τμηματική καταστροφή του κτιρίου με στόχο τον αποχαρακτηρισμό του και την τελική κατεδάφιση του.
Το 1990, μετά από σειρά μέτρων με στόχο τη διάσωση του κτιρίου και του περιβάλλοντα χώρου του, η Casa Bianca περιέρχεται στον Δήμο Θεσσαλονίκης και ο Δήμος το 1993 αναθέτει τη μελέτη αποκατάστασης του αρχοντικού στην ομάδα αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών υπό τον καθηγητή κ. Μουτσόπουλο και το έργο εκτελέστηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης μεταξύ 1994 και 1997. Σήμερα, η Casa Bianca ανήκει στον Δήμο Θεσσαλονίκης και μετά το πέρας των εργασιών αναστήλωσης του χρησιμοποιείται ως εκθεσιακός χώρος. H Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης πλέον εδρεύει στην Casa Bianca.
*Casa Bianca (σημερινή Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 180, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Χιρς

Εκεί οπού συναντάμε την άλλοτε περίφημη Βίλα Χιρς, ένα από τα σημαντικότερα νεοκλασικά αρχοντικά της Θεσσαλονίκης, υπάρχει μια πολυτάραχη ιστορία που αντανακλά τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές μεταβολές της πόλης μέσα στον 20ό αιώνα.
Η βίλα κατασκευάστηκε το 1911, για λογαριασμό της εβραϊκής οικογένειας Μπένι Φερνάντεζ (μέλος της μεγάλης εβραϊκής κοινότητας της πόλης), σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Πιέρρο Αρριγκόνι, ο οποίος άφησε το στίγμα του σε πολλά ιστορικά κτίρια της πόλης. Σύμφωνα με τα έγγραφα της εποχής, στο σημείο υπήρχε καφενείο με πολλά δωμάτια, το οποίο αγόρασε ο Βιτάλι Φερνάντεζ από τον Σολ. Ματαράσσο και στη συνέχεια έκτισε το διατηρητέο στην οδό Γραβιάς.
Με την πάροδο του χρόνου, η βίλα άλλαξε ιδιοκτήτες και ονομάστηκε «Βίλα Χιρς», από τον Μωρίς Χιρς, σημαντική μορφή του εβραϊκού στοιχείου της Θεσσαλονίκης, ο οποίος είχε δραστηριότητα και στη φιλανθρωπία. Κατά την Κατοχή (1941-1944), η βίλα επιτάχθηκε από τους Ναζί και χρησιμοποιήθηκε ως έδρα της Γκεστάπο, της μυστικής αστυνομίας του Γ’ Ράιχ. Εκεί βασανίστηκαν και κρατήθηκαν πολλοί αντιστασιακοί και Εβραίοι πολίτες πριν οδηγηθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η σκοτεινή αυτή περίοδος έχει στιγματίσει το κτίριο μέχρι σήμερα.

Μετά το τέλος του πολέμου, η βίλα χρησιμοποιήθηκε από τις ελληνικές αρχές και για πολλά χρόνια στέγασε το Α’ Αστυνομικό Τμήμα Ανατολικής Θεσσαλονίκης. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80′ φιλοξένησε εποχικό κατάστημα παιχνιδιών και χριστουγεννιάτικων στολιδιών. Όταν σταμάτησε τη λειτουργία του το κτίριο αφέθηκε στη μοίρα του και πλέον βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους εγκατάλειψης με σοβαρές φθορές.
Το κτίριο πέρασε στην Εθνική Ασφαλιστική μετά την απόκτηση του χαρτοφυλακίου της International Life όταν η τελευταία μπήκε σε διαδικασία πτώχευσης. Το 2022 είχε γίνει η πρώτη απόπειρα για την πώλησή του με τιμή εκκίνησης τα 1,43 εκατ. ευρώ, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δύο χρόνια μετά και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2024 το κτίριο βγήκε ξανά προς πώληση και πάλι με την ίδια τιμή εκκίνησης.
*Βίλα Χιρς, Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 144, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Βίλα Σιάγα

Στη συμβολή των οδών Βασ. Όλγας και Π. Συνδίκα βρίσκεται το Μέγαρο Σιάγα.
Η οικοδόμηση του έγινε το 1890, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη και προοριζόταν για την οικογένεια του τραπεζίτη Φιλ. Χατζηλαζάρου. Την κατασκευή της επέβλεψε ο Γιάννης Σιάγας με την συνεπικουρία των δύο γιων του Τζώρτζη και Άγγελου (αρχιτέκτονα μηχανικού που σπούδασε στο πανεπιστήμιο των Παρισίων). Να σημειώσουμε ότι οι τρεις τους έχτισαν την Κάζα Μπιάνκα αλλά και τον Κόκκινο Πύργο ή Πύργο της Ευτυχίας μου.
Το 1912 στο Μέγαρο φιλοξενήθηκε η βασιλική οικογένεια, ενώ αργότερα το οίκημα αγοράστηκε από την οικογένεια Σιάγα στην κατοχή της οποίας παραμένει ως σήμερα. Το κτίσμα περιβαλλόταν αρχικά από έναν πολύ μεγαλύτερο από τον σημερινό πλούσιο ανθόκηπο, η έκταση του οποίου μειώθηκε αισθητά από τις διανοίξεις των οδών Βασ. Όλγας και Π. Συνδίκακαι από την προσθήκη που έκτισε η οικογένεια Σιάγα στη βόρεια πλευρά του σπιτιού, όπου διαμένει κυρίως σήμερα. Για αυτόν το λόγο οι περιφράξεις του είναι καινούριες και μόνο αυτή επί της Βασ. Όλγας είναι αντίγραφο της αρχικής πρωτότυπης.
Το κτίσμα βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση τη δεκαετία του 80 και του 90, γεγονός που οφειλόταν στη συνεχή φροντίδα των ιδιοκτητών του. Τα τελευταία χρόνια οι φθορές έχουν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο εμφανείς, ένδειξη ότι οι ιδιοκτήτες αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο μεγάλο κόστος συντήρησης του παλιού αρχοντικού.
*Βίλα Σιάγα, Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 129, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Γενί Τζαμί

Το Γενί Τζαμί βρίσκεται στην οδό Αρχαιολογικού Μουσείου, στα ανατολικά της λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας. Χτίστηκε το 1902 από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι και χρησίμευε ως τόπος λατρείας για τους εξισλαμισθέντες Εβραίους, τους επονομαζόμενους Ντονμέδες (17 ος αι.).
Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923-1924) στέγασε για μικρό διάστημα πρόσφυγες και από το 1925 έως το 1962 χρησιμοποιήθηκε ως αρχαιολογικό μουσείο της πόλης.
Το κτίριο συνδυάζει τη μουσουλμανική παράδοση με τους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς της εποχής του, εκλεκτικιστικά στοιχεία που χρησιμοποίησε ο αρχιτέκτονας και σε πολλά άλλα κτίριά του, που σώζονται στην πόλη, όπως το Διοικητήριο, το κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, το Γ’ Σώμα Στρατού, τη βίλα Αλλατίνι κ.ά.
Στο προαύλιό του φυλάσσεται πλούσια συλλογή μαρμάρινων γλυπτών της Ρωμαϊκής εποχής και των πρωτοχριστιανικών χρόνων, σαρκοφάγοι, επιτύμβια, ανάγλυφα, τιμητικές και ταφικές στήλες κ.λπ. από ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη.

Είναι το τελευταίο τζαμί που χτίστηκε στη Θεσσαλονίκη και ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του, καθώς είναι ένα μίγμα ανατολίτικων, αναγεννησιακών, βυζαντινών, ισλαμικών και μπαρόκ στοιχείων με αρκετές νεοκλασσικές επιρροές.
Τα ανοίγματα στο εσωτερικό του, στηρίζονται σε κίονες με εκλεκτικιστικές λεπτομέρειες. Επιπλέον, τα αστέρια που υπάρχουν στους εξώστες αποτελούν οθωμανικό χαρακτηριστικό, ενώ τα συγκεκριμένα οξυκόρυφα τόξα θυμίζουν δυτική αρχιτεκτονική. Εντύπωση προκαλούν τα ρολόγια που υπάρχουν, αλλά και το μαρμάρινο ανάγλυφο που κοσμεί την πρόσοψη.
Μετά την ένωση της πόλης με την Ελλάδα, γκρεμίστηκε ο μιναρές και το τέμενος έπαυσε να λειτουργεί ως χώρος λατρείας. Το 2013 όταν για πρώτη φορά μετά από 90 χρόνια ακούστηκε το κάλεσμα του ιμάμη στο Γενί Τζαμί. Ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης, είχε παραχωρήσει το εκθεσιακό κέντρο, στους σπουδαστές της Ιερατικής Σχολής – του Μεντρεσέ, της Κομοτηνής. Το Γενί Τζαμί παραχωρήθηκε και το 2014 στους Μουσουλμάνους για την προσευχή του Μπαϊραμιού.
Το 2018, 200 άτομα τέλεσαν για πρώτη φορά την προσευχή του Μπαϊραμιού στο Γενί Τζαμί με τον εκλεγμένο μουφτή και τον μουεζίνη που είχαν οριστεί από την “Δυτική Θράκη”. Το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη, χτίστηκε από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι το 1902 κατά την οθωμανική περίοδο και χρησιμοποιήθηκε ως μουσείο μεταξύ 1925-1963. Το τζαμί, το οποίο αποκαταστάθηκε από το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού το 1986, φιλοξενεί εκθέσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνει η Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης.
*Γενί Τζαμί, Αρχαιολογικού Μουσείου 30, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:
Πύργος της Ευτυχίας

Το «Chateau Mon Bonheur» ή Πύργος της Ευτυχίας ή Κόκκινος Πύργος είναι το κτίριο με τα χαρακτηριστικά κόκκινα τούβλα που βρίσκεται στον αριθμό 110 της Βασιλίσσης Όλγας, της παλιάς «Λεωφόρου των Εξοχών».
Η οικία Δειράν Αβδουλάχ, μετέπειτα Δημήτρη Ιωαννίδη του Σιατιστέως (το όνομά του ο Πύργος το πήρε από τον μεγάλο έρωτα του ιδιοκτήτη, τη σύζυγό του, Ευτυχία) χρονολογείται πριν το 1890 και είναι το παλιότερο σωζόμενο κτίριο της Λεωφόρου των Εξοχών.
Σχεδιάστηκε από τον Φρέντερικ Σαρνό. Πριν την επιχωμάτωση της Παραλίας, γειτνίαζε με τη θάλασσα. Στην ουσία, µιλάμε για δύο κτίρια, που όταν πρωτοκατασκευάστηκαν ήταν το ένα κατοικία του ιδιοκτήτη και το άλλο καφέ, µε τραπεζάκια στο πεζοδρόµιο.
Έπειτα, χρησιµοποιήθηκε σαν οικοτροφείο των Εκπαιδευτηρίων Σχινά, στέγασε πρόσφυγες, το Σώμα Προσκόπων και σήµερα, ακατοίκητο εδώ και χρόνια, δεσπόζει πάνω στην Βασιλίσσης Όλγας. Ανήκει εξ αδιαιρέτου στο Ιωαννίδειο ίδρυμα που διατηρεί το 50% της ιδιοκτησίας, σε ιδιώτες καθώς επίσης σε Ιερές Μονές και άλλα σωματεία φιλανθρωπικού χαρακτήρα. Στο πρόσφατο παρελθόν, πολλές ζημιές έχουν προκληθεί και από μικρές εστίες πυρκαγιάς που έχουν προκληθεί από αγνώστους, αλλά και από την εγκατάλειψη.
Αρχιτεκτονικά πρόκειται για ένα κτίριο εκλεκτικιστικό κτίριο, με έντονα μεσαιωνικά στοιχεία και τις χαρακτηριστικές ενετικές επάλξεις. Το κτίριο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο με υπουργική απόφαση του 1984. Σύμφωνα με την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, το κυρίως κτίσμα έχει δεχθεί μεταγενέστερες προσθήκες, αλλά είναι δυνατή η επαναφορά του στην αρχική του μορφή. Το δεύτερο κτίσμα διατηρεί ένα μόνο τμήμα του, δεδομένου ότι από το υπόλοιπο σώζεται μόνο η βάση.
*Château mon bonheur (Πύργος της Ευτυχίας), Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 110, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε περισσότερα εδώ:






















































